Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χιώτικες προσωπικότητες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χιώτικες προσωπικότητες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013
Βιβλίο του Γιώργου Παπαδόπουλου στη μνήμη του Πυργούση Ιατρού ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΗΛ. ΘΕΟΤΟΚΑ (1898-1973)
Ένα νέο βιβλίο έγραψε ο Γιώργος Φωτ. Παπαδοπούλος με το οποίο σκιαγραφεί την προσωπικότητα του αειμνήστου Πυργούση ιατρού Γεωργίου Ηλ. Θεοτοκά (παππού του), ο οποίος είναι μέχρι σήμερα γνωστός στην κοινωνία των νοτιοχώρων για τον αλτρουισμό, την εθνική του δράση και τις πολύτιμες υπηρεσίες που προσέφερε ως ιατρός στα χωριά της νοτιοδυτικής Χίου. Πρώτος Αντιπρόεδρος και συνιδρυτής της Ένωσης Μαστιχοπαραγωγών Χίου με τον αείμνηστο ιατρό και φίλο του, Γεώργιο Σταγκούλη.
Το πόνημα περιλαμβάνει κείμενα του γράφοντος αλλά και αποσπάσματα κειμένων ή δημοσιευμάτων του εκπαιδευτικού-Φιλολόγου Νίκου Τσική (πρ. Προέδρου του <<Δρομοκαιτείου>> Θεραπευτηρίου και Επιθ. Μέσης Εκπ/σης), των ιατρών Ανδρ. Μιχαηλίδη και Νικ. Μπενέτου, μαρτυρίες της Κατοχικής και μετακατοχικής περιόδου, ενδιαφέρουσα επιστολή του συγγραφέα- λογοτέχνη Γεωργίου Θεοτοκά (εξαδέλφου του ιατρού), κ.α.
Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012
ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΚΡΙΜΙΖΗΣ : Η αναξιοκρατία καταδίκασε τη χώρα σε αποτυχία
Σταμάτης Κριμιζής, πρόεδρος Εθνικού Συμβουλίου Ερευνας και Τεχνολογίας
Η διοικητική ανικανότητα είναι η αχίλλειος πτέρνα του ελληνικού κράτουςΟταν μικρό παιδί έβλεπε κάθε Πάσχα στην πατρίδα του τη Χίο τα βεγγαλικά να πλημμυρίζουν με χρώματα τον βραδινό ουρανό, καθώς έσκαγαν σε χιλιάδες μικρά άστρα, αναρωτιόταν αν «κάπου εκεί έξω υπάρχουν κάποιοι άλλοι». Ο διαστημικός φυσικός κ. Σταμάτης Κριμιζής έχει διατελέσει καθηγητής της Σχολής Φυσικής και Αστρονομίας του Πανεπιστημίου της Αϊόβα, ήταν επικεφαλής της ομάδας Διαστημικής Φυσικής και Διαστημικών Οργάνων στο εργαστήριο Εφαρμοσμένης Φυσικής Jonhs Hopkins και το 1991 διορίστηκε διευθυντής Διαστημικών Προγραμμάτων της ΝASA. Ενας αστεροειδής ανάμεσα στον Αρη και τον Δία έχει το όνομά του.
Εχει ταξιδέψει με τον νου και φυσικά με τη βοήθεια υπερσύγχρονων μηχανημάτων στο ηλιακό μας σύστημα και έχει ζήσει όλες τις μεγάλες στιγμές του διαστημικού προγράμματος των ΗΠΑ με το οποίο ουσιαστικά είναι ταυτισμένη η καριέρα του. Μιλάει για τους δορυφόρους που «έχουμε» εκτοξεύσει στο Διάστημα. «Ποτέ κανείς δεν καταφέρνει τίποτα μόνος του», λέει και αναλύει τις συναρπαστικές πληροφορίες με τις οποίες μας τροφοδοτούν. Η φωνή του αποκτά χροιά παραμυθά: το διαστημόπλοιο Cassini που πήγε στον Κρόνο, το πρόγραμμα Discovery, το διαστημόπλοιο NEAR που τέθηκε σε τροχιά γύρω από τον αστεροειδή Ερωτα για ένα χρόνο, το διαστημόπλοιο «Messenger» προς τον πλανήτη Ερμή, το New Horizons προς τον Πλούτωνα, το «Stereo» για παρατηρήσεις στον Ηλιο. «Το Voyager εδώ και 35 χρόνια ταξιδεύει στο Διάστημα και τώρα έχουμε ενδείξεις ότι πλησιάζει στο όριο του ηλιακού μας συστήματος». Χαμογελά σαν παιδί που μόλις άνοιξε πακέτο με ένα καινούργιο συναρπαστικό παιχνίδι. «Το Voyager είναι όλη μου η ζωή», εξομολογείται λίγο πριν μας διακόψει ευγενικά ο σερβιτόρος του «Ιντεάλ» για να ρωτήσει τι θα παραγγείλουμε.
Στις αρχές του 2010 ο κ. Σταμάτης Κριμιζής έγινε πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Ερευνας και Τεχνολογίας (ΕΣΕΤ). Και προσγειώθηκε μάλλον ανώμαλα στην ελληνική πραγματικότητα αν και είχε εκλεγεί ακαδημαϊκός και υπηρετήσει ως εκπρόσωπος της Ελλάδας στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Διαστήματος (ΕSA) την προηγούμενη τετραετία.
«Εχουμε περίπου 1 δισ. ευρώ κεφάλαια από την Ε.Ε. για έρευνα. Φτιάξαμε λοιπόν με τη Γενική Γραμματεία Ερευνας και Τεχνολογίας ένα πρόγραμμα που το ονομάσαμε «Αριστεία» το οποίο και προκηρύχθηκε. Οι αξιολογήσεις έγιναν μέσα σε δέκα μήνες από δέκα θεματικές επιτροπές συναδέλφων από το εξωτερικό, εκπροσώπους της επιστημονικής ελίτ για να εξασφαλιστεί η αντικειμενικότητα. Και μετά όλα κόλλησαν στην ελληνική γραφειοκρατία. Από τον Μάρτιο έως τον Αύγουστο, είχαν υπογραφεί 2-3 συμβάσεις από τις 200, γιατί στη συγκεκριμένη υπηρεσία υπήρχαν μόνο δύο υπάλληλοι. Ομως αυτά τα χρήματα έχουν ημερομηνία λήξης». Ευτυχώς, μετά αλλεπάλληλες διαμαρτυρίες του ΕΣΕΤ, οι συμβάσεις τώρα έχουν σχεδόν όλες υπογραφεί.
Η στάση των πολιτικών
Του υπενθυμίζω ότι παρά τους, εκ του εξωτερικού, αξιολογητές υπήρξαν κατηγορίες για «μη αντικειμενική αξιολόγηση». «Ναι, γιατί έχουμε συνηθίσει στην αναξιοκρατία. Ομως η αναξιοκρατία είναι αυτή που έχει καταδικάσει τη χώρα στη σημερινή κατάσταση. Η Ελλάδα θα συνεχίσει να είναι αποτυχημένη αν δεν ξεπεράσει αυτό το πρόβλημα. Νομίζω όμως ότι και οι πολιτικοί και ο κόσμος δεν έχουν καταλάβει σε ποια κατάσταση βρίσκεται η χώρα».
Ισως επειδή το έχουν καταλάβει προσπαθεί ο καθένας να σωθεί με κάθε τρόπο, αντιτείνω.
«Τότε μάλλον δεν έχουμε φτάσει ακόμα στον πάτο. Μου κάνει τρομερή εντύπωση η στάση των πολιτικών. Είναι παραλογισμός και αδικία ότι σήμερα έχουμε πάνω από ένα εκατομμύριο ανέργους από τον ιδιωτικό τομέα και όλοι οι πολιτικοί λένε “δεν μπορούμε να αγγίξουμε τον δημόσιο υπάλληλο”. Αν στο εξωτερικό ένας πολιτικός έδειχνε τέτοια μεροληψία, δεν θα μπορούσε να σταθεί ούτε μία ημέρα. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις με τη συνέργεια των πολιτικών εκμεταλλεύονται τον υπόλοιπο κόσμο. Η κρίση είναι ηθική γι’ αυτό είναι δύσκολο να είναι κανείς αισιόδοξος για το μέλλον».
– Στην Αμερική δεν γίνονται πολιτικές παρεμβάσεις;
– Παρεμβάσεις γίνονται, καταστρατήγηση της αξιοκρατίας δεν γίνεται. Δεν έχει σημασία αν είσαι γιος του καθηγητή αλλά αν αξίζεις. Η πιο αδιάσειστη απόδειξη είναι η δική μου πορεία. Ημουν ένας ξένος φοιτητής, γιος ενός μετανάστη εστιάτορα. Τι μέσο μπορούσα να έχω; Η χώρα αυτή προοδεύει γιατί ευνοεί το ταλέντο.
Δεν είναι λογικό να πιστεύουμε ότι μόνο στη Γη υπάρχει ζωή
Για να ξεχάσουμε λίγο τα τρέχοντα στρέφω τη συζήτηση στην επιστήμη.
– Είμαστε μόνοι μας στο σύμπαν;
– Ο Μητρόδωρος, ο Χίος φιλόσοφος του 4ου π.Χ αιώνα είχε γράψει ένα σύγγραμμα «Περί Φύσεως». Ελεγε λοιπόν ότι το να υποθέσει κανείς ότι η ζωή εμφανίστηκε μόνο στη Γη είναι το ίδιο με το να πει ότι από όλους τους σπόρους που έσπειρε ο γεωργός στο χωράφι, φύτρωσε μόνο ένας. Αυτή είναι και η θέση της επιστήμης. Υπάρχουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια πλανήτες. Το να υποθέσει κανείς ότι μόνο στη Γη υπάρχει βιολογική δραστηριότητα νομίζω ότι δεν είναι λογικό.
Ακόμα και στα διαστρικά νέφη υπάρχουν αμινοξέα που είναι η πρώτη ύλη για τη δημιουργία βιολογικής δραστηριότητας. Το πρόβλημα είναι ότι το Διάστημα είναι σχεδόν άπειρο και οι αποστάσεις είναι τεράστιες. Τεχνολογικά λοιπόν δεν έχουμε τη δυνατότητα να δώσουμε σήματα ζωής ώστε να μας ανακαλύψουν. Στα 4,5 δισ. χρόνια της ύπαρξης του ηλιακού μας συστήματος μόνο τα τελευταία εκατό χρόνια έχουμε δώσει σήματα ζωής, εκπέμποντας ραδιοκύματα τα οποία είναι τόσο ελάχιστης έντασης σε σχέση με το πιο κοντινό άστρο -το Α του Κενταύρου- που θα χρειαζόταν μια αντέννα με διαστάσεις από τον Ηλιο μέχρι τη Γη για να πιάσουν κάποιο σήμα. Υποθέτουμε όμως ότι εκείνοι μπορεί να είναι πολύ πιο προηγμένοι τεχνολογικά και να έχουν τη δυνατότητα να μας παρατηρήσουν με τρόπο που εμείς δεν ξέρουμε. Φυσικά όλα αυτά περί ιπτάμενων δίσκων είναι παρανοήσεις...
Ο κ. Κριμιζής δεν έχει καμία σχέση με την εικόνα του αυστηρού επιστήμονα που χάνεται μέσα στις μετρήσεις και τα δεδομένα και δεν ενδιαφέρεται για ό,τι συμβαίνει γύρω του. Οπως μού εκμυστηρεύεται, μικρός είχε κλίση στη φυσική αλλά και έγραφε επίσης πολύ καλά. «Διάλεξα τη φυσική γιατί με παρότρυνε η μητέρα μου. Μου είπε “μη τυχόν και πας φιλολογία, θα πεινάς σε όλη σου τη ζωή”».
– Αισθάνεστε τυχερός;
– Φυσικά, αλλά όπως λέει ένας από τους μέντορές μου «πρέπει να δώσεις στον εαυτό σου την ευκαιρία να είσαι τυχερός». Για παράδειγμα η επίσκεψη του Van Allen -επιστήμονας που ανακάλυψε τις ζώνες ακτινοβολίας που φέρουν το όνομά του και οι οποίες αποτελούνται από σωματίδια υψηλής ενέργειας στο γήινο μαγνητικό πεδίο- στο εργαστήριο του Πανεπιστημίου της Μινεσότα μού έδωσε τη δυνατότητα να κάνω μεταπτυχιακό στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα. Αλλά έπαιξε ρόλο και η εξήγηση που του έδωσα όταν με είδε να φτιάχνω μετρητές ακτινοβολίας και με ρώτησε “τι κάνεις;”».
Η Ελλάδα έχει ερευνητικό δυναμικό υψηλότατου επιπέδου
Αν ξεχάσουμε τη γραφειοκρατία και τα άλλα ελληνικά δεινά, πιστεύετε ότι ή χώρα έχει δυνατότητες στην έρευνα, ρωτάω, ελπίζοντας η απάντηση να είναι λίγο πιο αισιόδοξη.
«Η χώρα έχει ερευνητικό δυναμικό υψηλότατου επιπέδου. Υπάρχουν νησίδες αριστείας που παρά τα εμπόδια που υψώνει το κράτος, έχουν δυνατότητα να κάνουν έρευνα πρώτης γραμμής. Οταν προκηρύξαμε το πρόγραμμα «Αριστεία» οι προτάσεις που κατατέθηκαν ήταν στο ίδιο και καλύτερο επίπεδο από το National Science Foundation των ΗΠΑ ή το European Researce Council».
– Ερχόμαστε λοιπόν στο μεγάλο πρόβλημα, τη χρηματοδότηση της έρευνας.
– Υπάρχουν τα ευρωπαϊκά προγράμματα από όπου μπορείς να αντλήσεις χρήματα. Η Ελλάδα ξοδεύει 0,5% του ΑΕΠ για έρευνα όποτε το θυμηθεί. Ο μέσος όρος της Ευρώπης είναι 2% και στον ΕΣΕΤ προωθούμε ένα δεκαετές σχέδιο δράσης που προϋποθέτει αύξηση του ποσοστού χρηματοδότησης στο 1,5 % έως το 2020. Αυτό όμως πρέπει να επιβεβαιωθεί από την παρούσα κυβέρνηση. Μπορούν να βρεθούν κονδύλια και από τον ιδιωτικό τομέα. Δυστυχώς όμως λιγότερο από το 30% της χρηματοδότησης της έρευνας στην Ελλάδα προέρχεται από ιδιωτικά κονδύλια. Στην Ευρώπη ο μέσος όρος είναι 60%, στην Αμερική 65% και στην Ιαπωνία και τη Φινλανδία 70%. Αυτό είναι και θέμα του εκπαιδευτικού συστήματος. Oι καθηγητές εδώ δεν τολμούν να δεχθούν χρήματα από τη βιομηχανία για να πραγματοποιήσουν μια ερευνητική εργασία γιατί θεωρούν ότι δεν επιτρέπεται για ιδεολογικούς λόγους. Αυτή βέβαια είναι μια νοοτροπία του προηγούμενου αιώνα που βρίσκεται εδώ και καιρό στον κάλαθο των αχρήστων της ιστορίας. Αν δεν υπάρξει ιδιωτικός τομέας με καλή τεχνολογία να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, να πληρώσει φόρους πώς θα χρηματοδοτηθεί ο δημόσιος τομέας;
– Με αυτόν τον τρόπο όμως η έρευνα δεν είναι κατευθυνόμενη;
– Οταν κάνεις έρευνα, για παράδειγμα, στη μοριακή βιολογία θα απευθυνθεί κάποιος σε σένα εφόσον είσαι ειδικός στο θέμα. Επίσης, έχεις τη δυνατότητα να δημοσιεύσεις τα αποτελέσματά σου. Ποιο είναι λοιπόν το πρόβλημα;
Διακινδυνεύοντας να θεωρηθώ «ασεβής» θέτω το επόμενο ερώτημα: τη στιγμή που οι δημόσιες δαπάνες περικόπτονται σε σημείο να υπάρχουν ηλικιωμένοι άνθρωποι που δεν έχουν τη δυνατότητα να αγοράσουν φάρμακα, με ένα κράτος που χρωστάει παντού, μήπως η αύξηση της χρηματοδότησης της έρευνας φαντάζει πολυτέλεια;
«Πρέπει να μαθαίνουμε από τις εμπειρίες των άλλων χωρών. Γιατί έχουν δεκαετές στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης της έρευνας η Γερμανία, η Γαλλία, η Ελβετία; Ο βασικός λόγος είναι ότι η έρευνα δεν αποδίδει άμεσα, αποδίδει σε βάθος χρόνου. Υπάρχουν όμως απτά δεδομένα ότι η στρατηγική αυτή φέρνει αποτελέσματα. Δεν είναι κάτι που εμείς πρέπει να ανακαλύψουμε.
»Η αύξηση του εθνικού προϊόντος είναι συνάρτηση της ερευνητικής δραστηριότητας μιας χώρας και τα 2/3 της αύξησης του εθνικού προϊόντος τον χρόνο σχετίζονται ακριβώς με τη χρηματοδότηση της έρευνας. Πρέπει λοιπόν να έχεις πρόγραμμα και στόχους. Να σας πω ένα παράδειγμα. Οταν κατέρρευσε το σοβιετικό καθεστώς το εθνικό προϊόν της Φινλανδίας έπεσε κατά 20%, διότι η οικονομία της ήταν άμεσα εξαρτημένη από την οικονομία της Σοβιετικής Ενωσης. Εκαναν λοιπόν δύο πράγματα. Αναμόρφωσαν τα πανεπιστήμιά τους, τα αναδιοργάνωσαν κατά τρόπο δυτικό και αποφάσισαν να επενδύσουν 3% του ΑΕΠ σε έρευνα και τεχνολογία. Αυτό έδωσε μεγάλη ώθηση στη χώρα. Λοιπόν υπάρχουν παραδείγματα. Χρειάζεται όμως διοικητική ικανότητα και αυτό είναι η αχίλλειος πτέρνα του ελληνικού κράτους».
Κάνει μια μικρή παύση και συνεχίζει. «Λέτε “δεν υπάρχουν χρήματα”. Υπάρχουν όμως ερευνητικά ιδρύματα χωρίς ερευνητές τα οποία έχουν διοικητικό προσωπικό. Ενας βουλευτής έβαζε σε ένα νομοσχέδιο μια τροπολογία για την ίδρυση ενός ινστιτούτου με ένα μέλος και πέντε γραμματείς για να μπορεί να κάνει προσλήψεις. Υπάρχει καμία λογική σε αυτό; Πρόκειται απλώς για τα προβλήματα μιας μηχανής που δεν λειτουργεί σωστά. Και βέβαια σπαταλιέται δημόσιο χρήμα».
Μπορεί ο κ. Σταμάτης Κριμιζής να είναι διαστημικός φυσικός, αλλά η καριέρα του έχει δείξει ότι ξέρει καλά από διοίκηση, οικονομία και εξοικονόμηση πόρων. Στον κύκλο του είναι γνωστός σαν «αυτός που επέστρεψε χρήματα στη NASA», οργανώνοντας μια αποστολή που είχε προϋπολογισμό 150 εκατομμύρια δολάρια αλλά τελικά κόστισε 112 εκατ. Ετσι ξεκίνησε μια νέα εποχή στα διαστημικά προγράμματα με αποστολές χαμηλού κόστους «για να γίνονται περισσότερες αποστολές και να προχωράει η έρευνα».
– Και τα τεράστια ποσά που απαιτούνται για διαστημικά προγράμματα;
– Πολλοί λένε ότι πετιούνται χρήματα στο Διάστημα. Μα καταρχάς αυτά τα χρήματα ξοδεύονται στη Γη όχι στο Διάστημα. Τα διαστημικά προγράμματα δίνουν δουλειά σε ανθρώπους. Επίσης, η διαστημική τεχνολογία έχει πάρα πολλές εφαρμογές. Τα μικροτσίπ που έχουν τα κινητά τα ανακάλυψαν επιστήμονες της NASA».
Η συνάντηση
Συναντηθήκαμε στο εστιατόριο «Ιντεάλ» αργά το μεσημέρι. Ετσι η συζήτησή μας πραγματοποιήθηκε ανάμεσα σε επιχειρηματίες και δικηγόρους που έκαναν διάλειμμα για φαγητό, μεσήλικες μόνιμους θαμώνες που διαλέγουν το εστιατόριο γιατί προσφέρει εξυπηρέτηση όπως παλιά, αλλά και πολλούς άλλους ετερόκλητους πελάτες που το προτιμούν γιατί είναι βολικό και αξιοπρεπές, όπως επεσήμανε με δυνατή φωνή μια κυρία δίπλα μας. Εκείνος διάλεξε μια σούπα με ρύζι που την περίμενε σε μικρότερη ποσότητα -όπως στην Αμερική- και μια σαλάτα με φρέσκο σολωμό. Εγώ προτίμησα μια σαλάτα με βραστά λαχανικά και μια μερίδα γραβιέρα. Ηπιαμε νερό και πληρώσαμε συνολικά 24 ευρώ.
Oι σταθμοί του
1938
Γεννιέται στον Βροντάδο της Χίου.
1961
Πτυχίο Φυσικής από το Πανεπιστήμιο της Μινεσότα, μεταπτυχιακό από το Πανεπιστήμιο της Αϊόβα.
1970
Επικεφαλής ερευνητής στην αποστολή Voyager 1 και 2.
1980
Επιστημονικός διευθυντής στο εργαστήριο εφαρμοσμένης Φυσικής Jonhs Hopkins.
1991
Διευθυντής Διοίκησης Διαστήματος (σχεδιασμός, κατασκευή, εκτόξευση και λειτουργία διαστημοπλοίων ) για τη NASA.
1996
Εκτόξευση της 1ης αποστολής στη σειρά διαστημοπλοίων Discovery της NASA.
2004
Πέρασμα Voyager από το πρώτο σύνορο του ηλιακού συστήματος με τον Γαλαξία σε απόσταση 14 δισ. χιλιομέτρων από τη Γη.
2010
Πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Ερευνας και Τεχνολογίας (ΕΣΕΤ).
Της Τανιας Γεωργιοπουλου
Πηγή : http://news.kathimerini.gr
Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012
Ομιλία του Νίκου Θεοτοκά για το βιβλίο «Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο,γονείς θέλουν»
Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο, γονείς θέλουν...
halandripedia.blogspot.com
Εκτενή αποσπάσματα από την ομιλία του Νίκου Θεοτοκά, Καθηγητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, για το βιβλίο «Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο, γονείς θέλουν», που έχει γράψει ο Νίκος Σιδέρης.
"Εμείς, η δικιά μας γενιά θέλω να πω, ζήσαμε καλύτερα από τους γονείς μας.
Κι οι γονείς μας, τελικά, έζησαν καλύτερα από τους παππούδες μας.
Σήμερα όμως μοιάζει να χωνεύουμε την ιδέα ότι τα δικά μας παιδιά θα ζήσουν χειρότερα από εμάς. Ότι τα όνειρά μας γι’ αυτά δεν χωρούν στον κόσμο που φτιάξαμε ή που ανεχθήκαμε.
Κι αντί να δούμε τις πραγματικότητες που στενεύουν τον ορίζοντα των προσδοκιών μας και να συντηρήσουμε ή να ανασυγκροτήσουμε τα νεανικά μας προτάγματα για την αλλαγή του κόσμου, σπρώχνουμε τα παιδιά ν’ ανταποκριθούν όλο και περισσότερο στους μύθους και τα παραμύθια των ηγεμόνων.
Διότι έτσι πρέπει. Με τύψεις και, κυρίως, παραιτούμενοι από τον ρόλο του γονιού."
Κι οι γονείς μας, τελικά, έζησαν καλύτερα από τους παππούδες μας.
Σήμερα όμως μοιάζει να χωνεύουμε την ιδέα ότι τα δικά μας παιδιά θα ζήσουν χειρότερα από εμάς. Ότι τα όνειρά μας γι’ αυτά δεν χωρούν στον κόσμο που φτιάξαμε ή που ανεχθήκαμε.
Κι αντί να δούμε τις πραγματικότητες που στενεύουν τον ορίζοντα των προσδοκιών μας και να συντηρήσουμε ή να ανασυγκροτήσουμε τα νεανικά μας προτάγματα για την αλλαγή του κόσμου, σπρώχνουμε τα παιδιά ν’ ανταποκριθούν όλο και περισσότερο στους μύθους και τα παραμύθια των ηγεμόνων.
Διότι έτσι πρέπει. Με τύψεις και, κυρίως, παραιτούμενοι από τον ρόλο του γονιού."
Με τον συγγραφέα, για το βιβλίο του οποίου θα συζητήσουμε σήμερα, γνωριζόμαστε πάρα πολλά χρόνια. Συνδεθήκαμε στενά στο Παρίσι, όπου κάναμε τις μεταπτυχιακές μας σπουδές. Εκεί λοιπόν, βρεθήκαμε τρεις Νίκοι στο σεμινάριο ιστορίας του Σπύρου Ασδραχά. Ο ψυχίατρος Νίκος Σιδέρης, ο ιστορικός Νίκος Κοταρίδης και ο υποφαινόμενος. Γίναμε φίλοι καρδιακοί, κι από τότε ως τώρα συμμεριζόμαστε, τις επιστημονικές μας έγνοιες αλλά και τις αγωνίες, τις χαρές, τις ευφορίες και τις δυσκολίες του ατομικού, του κοινωνικού και του πολιτικού βίου.
Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου τιτλοφορείται: «Η έκπληξη μπροστά στο προφανές». Καθώς έγραφε ο Μαξ Βέμπερ -ήδη από τη δεύτερη δεκαετία του εικοστού αιώνα, το προφανές της κατανόησης μπορεί να έχει είτε ορθολογικό χαρακτήρα είτε συναισθαντικό. Ορθολογικά προφανές είναι εκείνο που κατανοείται διανοητικά δίχως χασμωδίες και αδιαφάνειες ως προς τη νοηματική συνάφεια στην οποία αναφέρεται. Συναισθαντικά προφανές είναι εκείνο που, αναβιούμενο στη φαντασία, επιβεβαιώνει πλήρως ένα συναίσθημα βιωμένο στη συνάφεια της πράξης.
Η έκπληξη, λοιπόν, μπροστά στο προφανές –που επικαλείται ο Σιδέρης, εγείρει ερωτήματα που οδηγούν στην αναζήτηση παραμέτρων οι οποίες, ενδεχομένως, αποκρύπτουν ή σκιάζουν ή μεταθέτουν λογικές ή συναισθηματικές εντάσεις ανάμεσα στο δέον και στο επιβεβλημένο, ανάμεσα στο καλό και το χρήσιμο, ανάμεσα στο αναγκαίο και στο εφικτό.
Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου τιτλοφορείται: «Η έκπληξη μπροστά στο προφανές». Καθώς έγραφε ο Μαξ Βέμπερ -ήδη από τη δεύτερη δεκαετία του εικοστού αιώνα, το προφανές της κατανόησης μπορεί να έχει είτε ορθολογικό χαρακτήρα είτε συναισθαντικό. Ορθολογικά προφανές είναι εκείνο που κατανοείται διανοητικά δίχως χασμωδίες και αδιαφάνειες ως προς τη νοηματική συνάφεια στην οποία αναφέρεται. Συναισθαντικά προφανές είναι εκείνο που, αναβιούμενο στη φαντασία, επιβεβαιώνει πλήρως ένα συναίσθημα βιωμένο στη συνάφεια της πράξης.
Η έκπληξη, λοιπόν, μπροστά στο προφανές –που επικαλείται ο Σιδέρης, εγείρει ερωτήματα που οδηγούν στην αναζήτηση παραμέτρων οι οποίες, ενδεχομένως, αποκρύπτουν ή σκιάζουν ή μεταθέτουν λογικές ή συναισθηματικές εντάσεις ανάμεσα στο δέον και στο επιβεβλημένο, ανάμεσα στο καλό και το χρήσιμο, ανάμεσα στο αναγκαίο και στο εφικτό.
Κάτι θολώνει το προφανές στο οπτικό πεδίο των γονιών. Κάτι μπερδεύει τον ορθολογικό προσδιορισμό και χειρισμό σκοπών και μέσων που υπαγορεύουν οι κοινωνικοί ρόλοι με το πεδίο των συναισθημάτων που αναφέρονται στις σχέσεις. Κι αυτό το μπέρδεμα καταλήγει σε αλληλοαποκλειόμενα «πρέπει».
Οι γονείς «πρέπει», για να είναι γονείς, να φροντίζουν για την εξασφάλιση των υλικών μέσων που απαιτεί το «προς το ζην». Έτσι, στις αναπτυγμένες κοινωνίες, οι γονείς, για να είναι γονείς, «πρέπει», σωματικά και ψυχικά, να μην είναι εκεί όπου «πρέπει» να βρίσκεται ώστε να ανταποκριθούν στον ρόλο τους. Δουλειά πρωί κι απόγευμα, συχνά και βράδυ, αλλοτρίωση και συναισθηματική αποπτώχευση, σώρευση θυμού, κούρασης ή απελπισίας και, ταυτόχρονα, έγνοια να προστατευτούν τα παιδιά από τα δεινά του καθημερινού βίου. Τελικά, τούτη η μέριμνα της προστασίας κατασκευάζει, με τις πιό καλές προθέσεις, ένα φανταστικό κουτί, μέσα στο οποίο κλείνονται τα παιδιά, όχι ως παιδιά αλλά ως μικρογραφικά φαντάσματα ενηλίκων, που «οφείλουν» να καταλαβαίνουν όσα καταλαβαίνουν οι μεγάλοι, που «οφείλουν» να απαντούν στα ερωτήματα των μεγάλων, που «οφείλουν» να διευθετούν τη σχέση τους με τους μεγάλους.
Στον παραμορφωτικό καθρέφτη που δημιουργείται, τα παιδιά καλούνται λοιπόν να καταλάβουν τους γονείς τους, να τους στηρίξουν, να τους μάθουν τους κώδικες της γλώσσας, να τους διδάξουν την αλφαβήτα του καλού και του κακού, του αποδεκτού και του απαράδεκτου. Τελικά, όπως το έλεγε ο Μαρξ μιλώντας για τις ιδεολογίες, στα παιδιά ανατίθεται να γεννούν τους γονείς τους, να τους μεγαλώνουν, να τους μαθαίνουν να περπατούν στον κόσμο και να παράγουν το αξιακό σύμπαν στο οποίο πρέπει να αναφέρονται μικροί και μεγάλοι.
Υπερβάλλω, ασφαλώς, απομονώνοντας και μεγεθύνοντας τις διαστάσεις του φαινομένου που υπαινίσσομαι. Μόνο που, για να αναφερθούμε στο προφανές που βρίσκεται ασύνειδα συγκαλυμμένο, είναι χρήσιμη πιστεύω η μεγέθυνση και η υπερβολή. Καθώς, λοιπόν, το απόθεμα ζωτικού και συναισθηματικού κουράγιου για τον ρόλο του γονιού εξαντλείται από τα δεινά του βίου, ανατίθεται στα παιδιά να λειτουργούν ως γονείς του εαυτού τους και, τελικά, ως γονείς των γονιών τους. Καταλαμβάνουν, δηλαδή, ρόλο στη διευθέτηση των σχέσεων ανάμεσα στην οικογένεια, ανάμεσα στ’ αδέλφια, ανάμεσα σ’ αυτά και στους γονείς, ανάμεσα -εν τέλει- στους ίδιους τους γονείς.
Όλο αυτό που καθ’ υπερβολήν περιέγραψα, τροφοδοτείται κι από τη δημόσια πλέον αντίληψη περί «προοδευτικότητας», περί «ελευθερίας», περί «ισότητας», περί «δικαιωμάτων» κλπ. Οι κοινωνικές και πολιτισμικές κατακτήσεις του εικοστού αιώνα προβάλλονται ευθέως στον κόσμο των παιδιών και των σχέσεών τους με την οικογένεια. Κι εδώ κατασκευάζεται ένας επικίνδυνος και νοσογόνος αυτοματισμός.
Γονείς και παιδιά τοποθετούνται ως «ίσοι» σ’ έναν φανταστικό κόσμο «δικαιωμάτων» που συγχέονται με τους «ρόλους» και τις υποχρεώσεις. Έτσι, λόγου χάριν, η ανάμνηση της γονεακής καταπίεσης ή το στερεότυπο του «πατέρα αφέντη», οδηγεί ασύνειδα σε μια εξισωτική διανοητική κατασκευή όπου το παιδί αντιμετωπίζεται ως οιονεί μεγάλος. Κι όπου ο γονιός που καταπιέζει αντικαθίσταται από ένα φάντασμα γονιού που δεν είναι γονιός. Μόνο που αυτό το φάντασμα καλύπτει και αλλοιώνει τον ίδιο του τον εαυτό στον ρόλο του γονιού. Από την άλλη, η ανάμνηση του ενηλίκου που αναστοχάζεται την καταπίεση που δέχτηκε ως παιδί δίνει τη θέση της σε ένα φάντασμα παιδιού που δεν είναι παιδί. Μόνο που αυτό το φάντασμα καλύπτει και αλλοιώνει την πραγματικότητα του δικού του παιδιού.
Οι γονείς «πρέπει», για να είναι γονείς, να φροντίζουν για την εξασφάλιση των υλικών μέσων που απαιτεί το «προς το ζην». Έτσι, στις αναπτυγμένες κοινωνίες, οι γονείς, για να είναι γονείς, «πρέπει», σωματικά και ψυχικά, να μην είναι εκεί όπου «πρέπει» να βρίσκεται ώστε να ανταποκριθούν στον ρόλο τους. Δουλειά πρωί κι απόγευμα, συχνά και βράδυ, αλλοτρίωση και συναισθηματική αποπτώχευση, σώρευση θυμού, κούρασης ή απελπισίας και, ταυτόχρονα, έγνοια να προστατευτούν τα παιδιά από τα δεινά του καθημερινού βίου. Τελικά, τούτη η μέριμνα της προστασίας κατασκευάζει, με τις πιό καλές προθέσεις, ένα φανταστικό κουτί, μέσα στο οποίο κλείνονται τα παιδιά, όχι ως παιδιά αλλά ως μικρογραφικά φαντάσματα ενηλίκων, που «οφείλουν» να καταλαβαίνουν όσα καταλαβαίνουν οι μεγάλοι, που «οφείλουν» να απαντούν στα ερωτήματα των μεγάλων, που «οφείλουν» να διευθετούν τη σχέση τους με τους μεγάλους.
Στον παραμορφωτικό καθρέφτη που δημιουργείται, τα παιδιά καλούνται λοιπόν να καταλάβουν τους γονείς τους, να τους στηρίξουν, να τους μάθουν τους κώδικες της γλώσσας, να τους διδάξουν την αλφαβήτα του καλού και του κακού, του αποδεκτού και του απαράδεκτου. Τελικά, όπως το έλεγε ο Μαρξ μιλώντας για τις ιδεολογίες, στα παιδιά ανατίθεται να γεννούν τους γονείς τους, να τους μεγαλώνουν, να τους μαθαίνουν να περπατούν στον κόσμο και να παράγουν το αξιακό σύμπαν στο οποίο πρέπει να αναφέρονται μικροί και μεγάλοι.
Υπερβάλλω, ασφαλώς, απομονώνοντας και μεγεθύνοντας τις διαστάσεις του φαινομένου που υπαινίσσομαι. Μόνο που, για να αναφερθούμε στο προφανές που βρίσκεται ασύνειδα συγκαλυμμένο, είναι χρήσιμη πιστεύω η μεγέθυνση και η υπερβολή. Καθώς, λοιπόν, το απόθεμα ζωτικού και συναισθηματικού κουράγιου για τον ρόλο του γονιού εξαντλείται από τα δεινά του βίου, ανατίθεται στα παιδιά να λειτουργούν ως γονείς του εαυτού τους και, τελικά, ως γονείς των γονιών τους. Καταλαμβάνουν, δηλαδή, ρόλο στη διευθέτηση των σχέσεων ανάμεσα στην οικογένεια, ανάμεσα στ’ αδέλφια, ανάμεσα σ’ αυτά και στους γονείς, ανάμεσα -εν τέλει- στους ίδιους τους γονείς.
Όλο αυτό που καθ’ υπερβολήν περιέγραψα, τροφοδοτείται κι από τη δημόσια πλέον αντίληψη περί «προοδευτικότητας», περί «ελευθερίας», περί «ισότητας», περί «δικαιωμάτων» κλπ. Οι κοινωνικές και πολιτισμικές κατακτήσεις του εικοστού αιώνα προβάλλονται ευθέως στον κόσμο των παιδιών και των σχέσεών τους με την οικογένεια. Κι εδώ κατασκευάζεται ένας επικίνδυνος και νοσογόνος αυτοματισμός.
Γονείς και παιδιά τοποθετούνται ως «ίσοι» σ’ έναν φανταστικό κόσμο «δικαιωμάτων» που συγχέονται με τους «ρόλους» και τις υποχρεώσεις. Έτσι, λόγου χάριν, η ανάμνηση της γονεακής καταπίεσης ή το στερεότυπο του «πατέρα αφέντη», οδηγεί ασύνειδα σε μια εξισωτική διανοητική κατασκευή όπου το παιδί αντιμετωπίζεται ως οιονεί μεγάλος. Κι όπου ο γονιός που καταπιέζει αντικαθίσταται από ένα φάντασμα γονιού που δεν είναι γονιός. Μόνο που αυτό το φάντασμα καλύπτει και αλλοιώνει τον ίδιο του τον εαυτό στον ρόλο του γονιού. Από την άλλη, η ανάμνηση του ενηλίκου που αναστοχάζεται την καταπίεση που δέχτηκε ως παιδί δίνει τη θέση της σε ένα φάντασμα παιδιού που δεν είναι παιδί. Μόνο που αυτό το φάντασμα καλύπτει και αλλοιώνει την πραγματικότητα του δικού του παιδιού.
Επιτρέψτε μου να διαβάσω ένα απόσπασμα:
«Η οικογένεια λοιπόν δεν είναι ένα σύνολο αδιαφοροποίητο. Δεν είναι κρεμώδης οντότητα όπου ιδιότητες, θέσεις, λειτουργίες, ρόλοι, τρόποι, αισθήματα, σκέψεις, λόγια και πράξεις δεν έχουν τίποτε το ξεχωριστό. Δεν είναι ένα γήπεδο όπου όλοι οι παίχτες κάνουν τα πάντα - και τερματοφύλακες, και αμυντικοί, και στο κέντρο, και επιθετικοί, και αναπληρωματικοί στον πάγκο, και προπονητές, και διαιτητές ακόμη... Κάθε άλλο μάλιστα, σ' ένα σπίτι συγκατοικούν σώματα, φαντασίες, κινήσεις, λόγια, αισθήματα, σκέψεις, χώροι και πράγματα... όχι όμως εική και ως έτυχε, χύμα. Αλλά υπακούοντας σε μια αόρατη παρτιτούρα, εκτελώντας μια εξυπονοούμενη χορογραφία, που τους αγκαλιάζει και τους κυβερνά όλους, και μάλιστα επενδυμένη με μύρια φορέματα οικογενειακής μυθολογίας. Μια οικογένεια είναι ένα σύστημα αυστηρά συγκροτημένο, που διέπεται από κανόνες. Και όπου ορισμένες ιδιότητες καθενός είναι τόσο ρητά καθορισμένες, που και να θέλει κάποιος δεν μπορεί να απαλλαγεί από αυτές. Οι θεμελιώδεις αυτές ιδιότητες είναι πρώτα απ' όλα οι προφανέστερες: ένας πατέρας είναι ο πατέρας• μια μητέρα είναι η μητέρα• ένα παιδί είναι το συγκεκριμένο παιδί - ούτε ο πατέρας του, ούτε η μητέρα του, ούτε κάποιο απ' τ' αδέρφια ή τα ξαδέρφια του. Ένα σπίτι δεν είναι ξενοδοχείο, όπου ο καθένας περνάει, μένει λίγο, μετά φεύγει - και στη θέση του έρχεται ένας άλλος, χωρίς ν' αλλάζει τίποτε στον τρόπο λειτουργίας του ξενοδοχείου. Σε μια οικογένεια, κανείς δεν είναι ούτε περαστικός, ούτε αναλώσιμος, ούτε αντιμεταλλάξιμος. Ακόμη κι αν κάποιος λείπει για λίγο ή πολύ μακριά, ακόμη κι αν κάποιος για μια περίοδο ανημπορεί να λειτουργήσει έμπρακτα (λόγω αρρώστιας, για παράδειγμα), ακόμη κι αν κάποιος απομακρυνθεί απ' την κοινή εστία (λόγω χωρισμού ή και θανάτου, ή επειδή ένα παιδί μεγαλώνει και φεύγει για να δημιουργήσει δικό του σπίτι), και πάλι οι θεσμικές ιδιότητες παραμένουν αναλλοίωτες: Ο πατέρας, κι αν λείπει μακριά, παραμένει πατέρας. Η μητέρα, κι αν αγαπήσει και φύγει να ζήσει με κάποιον άλλον άνθρωπο, παραμένει μητέρα. Και το παιδί, κι αν δημιουργήσει δική του οικογένεια, παραμένει το τέκνο των γονιών του.
Οι εν λόγω συμβολικές ιδιότητες (έτσι τις ονομάζουμε) είναι συστατικά στοιχεία της ύπαρξης και της ιδιαιτερότητας του κάθε μέλους σε μια οικογένεια. Δεν αποδίδονται με βάση διαπροσωπικές διαπραγματεύσεις και συμφωνίες, αλλά σύμφωνα με τους θεσμικούς κώδικες και κανόνες της κοινωνικής ζωής. Οι ιδιότητες αυτές προκύπτουν από τα συμβολικά συστήματα όπου κατοικεί και ζει ο καθένας και χωρίς τα οποία οι κοινωνικές σχέσεις δεν ορίζονται ή δεν αντέχουν».
Το έχω ακούσει πολλές φορές, ο Σιδέρης -είμαι σίγουρος, πολύ περισσότερες: «Δεν θέλω να νοιώσουν τα παιδιά μου την καταπίεση που ένοιωσα εγώ από τους γονείς μου». Σωστό και δίκαιο ακούγεται. Μόνο που σ’ αυτά τα λόγια κάτι γλιστράει και χάνεται. Η ανάκληση της γονεακής καταπίεσης, της πολύ τραυματικής ενδεχομένως, κάποιες φορές έρχεται να ταυτίσει, ασύνειδα, τις συμπεριφορές και τα πρόσωπα με τους ρόλους. Ο φόβος για τη μη εκπλήρωση του γονεακού ρόλου γίνεται παραίτηση από τον ρόλο του γονιού. Ωστόσο, καθώς επισημαίνει ο Σιδέρης, «εκατομμύρια παιδιά έχουν μεγαλώσει με γονείς μετριότατους ως προς τη γονεακή τους λειτουργία [...]. Οπωσδήποτε, πάντως, το να έχεις γονείς ανεπαρκείς είναι καλύτερο από το να μην έχεις καθόλου γονείς».
Συνήθως, λόγια όπως αυτό το «δεν θέλω να νοιώσουν τα παιδιά μου την καταπίεση που ένοιωσα εγώ από τους γονείς μου», συνοδεύονται κι από το εξαιρετικά δημοκρατικό και προοδευτικό ηθικό πρόταγμα: «Θέλω να κατακτήσω τον σεβασμό του παιδιού μου». Εδώ, λοιπόν, στο όνομα της ελευθερίας και του σεβασμού προς τον άλλον φτιάχνεται ένα σχήμα που καταστρατηγεί πλήρως θέσεις και ρόλους. Στο τέλος, ο ανεπαρκής ή ο κακός γονιός δεν έχουν ν’ αναμετρηθούν μ’ έναν επαρκή ή καλό γονιό αλλά μ’ έναν γονιό που παραιτείται από τον ρόλο του, μ’ έναν γονιό που δεν είναι γονιός.
Θα διαβάσω ένα ακόμη απόσπασμα από το βιβλίο:
Σε κάθε κατάσταση και σε κάθε σύστημα, λοιπόν, ορισμένοι κανόνες καθορίζουν συμβολικές θέσεις και λειτουργίες. Και οι άνθρωποι που μετέχουν στην εν λόγω κατάσταση ή ανήκουν στο εν λόγω σύστημα χαρακτηρίζονται από ορισμένες συμβολικές ιδιότητες, κατέχουν καθορισμένες θέσεις και επιτελούν προσδιορισμένες λειτουργίες. Στο κατεξοχήν συμβολικά θεμελιωμένο σύστημα οικογένεια, αυστηροί κανόνες, καθώς και λειτουργικές αναγκαιότητες και σκοπιμότητες επισημαίνουν κάθε μέλος με ορισμένες ιδιότητες, το τοποθετούν σε καθορισμένη θέση και του υπαγορεύουν προσδιορισμένες λειτουργίες. Οι συμβολικές ιδιότητες, θέσεις και λειτουργίες των μελών μιας οικογένειας είναι ασύμμετρες. Χαρακτηρίζουν μονοσήμαντα κάθε μέλος και δεν μπορούν να του αφαιρεθούν, να μεταβιβαστούν σε κάποιο άλλο ή να ακυρωθούν μονομερώς. Αν κάτι τέτοιο επιχειρηθεί, η οικογενειακή δυσλειτουργία είναι αναπόφευκτη - όπως και οι συνέπειες της, που τις είδαμε.
Στις σχέσεις γονέων και τέκνων, η ασυμμετρία είναι ολοφάνερη. [...] Οι γονείς θα δώσουν το όνομα του στο παιδί, όχι το παιδί στους γονείς του. Οι γονείς έχουν την υποχρέωση να το φροντίζουν, σε κλίμα στοργής, σεβασμού και ασφάλειας, μέχρι να ενηλικιωθεί. Οι γονείς θα μεταδώσουν τη γλώσσα (τη μητρική γλώσσα) και τα θεμελιώδη στοιχεία του πολιτισμού στο παιδί, όχι το αντίστροφο. Το παιδί έχει την υποχρέωση να πάει στο σχολείο που θα επιλέξουν οι γονείς του σύμφωνα και με τους νόμους (π.χ. εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση στη σημερινή Ελλάδα). Το παιδί έχει την υποχρέωση να σέβεται τους γονείς του. Σε θέματα κοινής ζωής, όπως οι ώρες φαγητού και ύπνου ή το ύψος των διαθέσιμων για το παιδί χρημάτων, οι γονείς έχουν την υποχρέωση να ακούσουν τη γνώμη, τις επιθυμίες και τις προτιμήσεις του παιδιού τους, αλλά και να λάβουν εκείνοι την τελική απόφαση, με την οποία το παιδί υποχρεούται να εναρμονισθεί».
Οι γενιές των δικών μας γονιών και παππούδων, διάγοντας τον καθ’ ημέρα βίο υπό τη δύναμη μιας ζώσας παράδοσης όπου οι πεθαμένοι άδραχναν τους ζωντανούς, τοποθετούσαν ασύνειδα και αυτονόητα τα μέλη της οικογένειας σε κληρονομημένες θέσεις και ρόλους. Κι αυτό, φυσικά, οδηγούσε στην αναπαραγωγή κατεστημένων σχέσεων και μορφών αυθεντίας, κατεστημένων τρόπων και στερεοτύπων συμπεριφοράς. Η παραδοσιακές μορφές μηχανικής αλληλεγγύης συνοδεύονταν, φυσικά, και από κοινωνικά αξιακά συστήματα αναφοράς, με αξιώσεις καθολικής εφαρμογής και τρόπους ποινικοποίησης των αποκλίσεων. Στο σπίτι, λόγου χάριν, του καταδιωκόμενου αριστερού που πάλευε για την κοινωνική απελευθέρωση, αναπαράγονταν οι κληρονομημένοι και διόλου χειραφετητικοί κοινωνικοί ρόλοι στο πλαίσιο της οικογένειας. Μόνου που, οι βαθιές πολιτισμικές τομές της εποχής μας (οι οποίες έλκουν την καταγωγής τους -ανάμεσα στ’ άλλα- από τα παγκοσμιοποιημένα σ’ ό,τι αφορά τα ελευθεριακά προτάγματά τους κινήματα της δεκαετίας του 1960), συγκρότησαν τη βεβαιότητα πως το παλιό πεθαίνει. Κι όντως, το παλιό πεθαίνει. Μα και το καινούριο δεν βρίσκει ούτε τον τρόπο ούτε τον δρόμο για να γεννηθεί. Καθώς, λοιπόν, απαξιώνονται οι τρόποι των παραδοσιακών ρόλων στο πλαίσιο της οικογένειας, οι νέοι άντρες και οι νέες γυναίκες, που αναλαμβάνουν με τη φυσική διαδικασία τους ρόλους των γονιών, βρίσκονται μπροστά σ’ ένα βαθύ κοινωνικό και πολιτισμικό χάσμα. Η απαξίωση των παλιών τρόπων οδηγεί στην ακύρωση των ρόλων. Τα ρηξικέλευθα αξιακά προτάγματα των τελευταίων δεκαετιών του εικοστού αιώνα, αντί να επενδύονται στους όρους της φυσικά ιεραρχικής σχέσης γονιών-παιδιών και να την αλλάζουν, υπονομεύουν τον ρόλο της μάνας και του πατέρα.
«Η οικογένεια λοιπόν δεν είναι ένα σύνολο αδιαφοροποίητο. Δεν είναι κρεμώδης οντότητα όπου ιδιότητες, θέσεις, λειτουργίες, ρόλοι, τρόποι, αισθήματα, σκέψεις, λόγια και πράξεις δεν έχουν τίποτε το ξεχωριστό. Δεν είναι ένα γήπεδο όπου όλοι οι παίχτες κάνουν τα πάντα - και τερματοφύλακες, και αμυντικοί, και στο κέντρο, και επιθετικοί, και αναπληρωματικοί στον πάγκο, και προπονητές, και διαιτητές ακόμη... Κάθε άλλο μάλιστα, σ' ένα σπίτι συγκατοικούν σώματα, φαντασίες, κινήσεις, λόγια, αισθήματα, σκέψεις, χώροι και πράγματα... όχι όμως εική και ως έτυχε, χύμα. Αλλά υπακούοντας σε μια αόρατη παρτιτούρα, εκτελώντας μια εξυπονοούμενη χορογραφία, που τους αγκαλιάζει και τους κυβερνά όλους, και μάλιστα επενδυμένη με μύρια φορέματα οικογενειακής μυθολογίας. Μια οικογένεια είναι ένα σύστημα αυστηρά συγκροτημένο, που διέπεται από κανόνες. Και όπου ορισμένες ιδιότητες καθενός είναι τόσο ρητά καθορισμένες, που και να θέλει κάποιος δεν μπορεί να απαλλαγεί από αυτές. Οι θεμελιώδεις αυτές ιδιότητες είναι πρώτα απ' όλα οι προφανέστερες: ένας πατέρας είναι ο πατέρας• μια μητέρα είναι η μητέρα• ένα παιδί είναι το συγκεκριμένο παιδί - ούτε ο πατέρας του, ούτε η μητέρα του, ούτε κάποιο απ' τ' αδέρφια ή τα ξαδέρφια του. Ένα σπίτι δεν είναι ξενοδοχείο, όπου ο καθένας περνάει, μένει λίγο, μετά φεύγει - και στη θέση του έρχεται ένας άλλος, χωρίς ν' αλλάζει τίποτε στον τρόπο λειτουργίας του ξενοδοχείου. Σε μια οικογένεια, κανείς δεν είναι ούτε περαστικός, ούτε αναλώσιμος, ούτε αντιμεταλλάξιμος. Ακόμη κι αν κάποιος λείπει για λίγο ή πολύ μακριά, ακόμη κι αν κάποιος για μια περίοδο ανημπορεί να λειτουργήσει έμπρακτα (λόγω αρρώστιας, για παράδειγμα), ακόμη κι αν κάποιος απομακρυνθεί απ' την κοινή εστία (λόγω χωρισμού ή και θανάτου, ή επειδή ένα παιδί μεγαλώνει και φεύγει για να δημιουργήσει δικό του σπίτι), και πάλι οι θεσμικές ιδιότητες παραμένουν αναλλοίωτες: Ο πατέρας, κι αν λείπει μακριά, παραμένει πατέρας. Η μητέρα, κι αν αγαπήσει και φύγει να ζήσει με κάποιον άλλον άνθρωπο, παραμένει μητέρα. Και το παιδί, κι αν δημιουργήσει δική του οικογένεια, παραμένει το τέκνο των γονιών του.
Οι εν λόγω συμβολικές ιδιότητες (έτσι τις ονομάζουμε) είναι συστατικά στοιχεία της ύπαρξης και της ιδιαιτερότητας του κάθε μέλους σε μια οικογένεια. Δεν αποδίδονται με βάση διαπροσωπικές διαπραγματεύσεις και συμφωνίες, αλλά σύμφωνα με τους θεσμικούς κώδικες και κανόνες της κοινωνικής ζωής. Οι ιδιότητες αυτές προκύπτουν από τα συμβολικά συστήματα όπου κατοικεί και ζει ο καθένας και χωρίς τα οποία οι κοινωνικές σχέσεις δεν ορίζονται ή δεν αντέχουν».
Το έχω ακούσει πολλές φορές, ο Σιδέρης -είμαι σίγουρος, πολύ περισσότερες: «Δεν θέλω να νοιώσουν τα παιδιά μου την καταπίεση που ένοιωσα εγώ από τους γονείς μου». Σωστό και δίκαιο ακούγεται. Μόνο που σ’ αυτά τα λόγια κάτι γλιστράει και χάνεται. Η ανάκληση της γονεακής καταπίεσης, της πολύ τραυματικής ενδεχομένως, κάποιες φορές έρχεται να ταυτίσει, ασύνειδα, τις συμπεριφορές και τα πρόσωπα με τους ρόλους. Ο φόβος για τη μη εκπλήρωση του γονεακού ρόλου γίνεται παραίτηση από τον ρόλο του γονιού. Ωστόσο, καθώς επισημαίνει ο Σιδέρης, «εκατομμύρια παιδιά έχουν μεγαλώσει με γονείς μετριότατους ως προς τη γονεακή τους λειτουργία [...]. Οπωσδήποτε, πάντως, το να έχεις γονείς ανεπαρκείς είναι καλύτερο από το να μην έχεις καθόλου γονείς».
Συνήθως, λόγια όπως αυτό το «δεν θέλω να νοιώσουν τα παιδιά μου την καταπίεση που ένοιωσα εγώ από τους γονείς μου», συνοδεύονται κι από το εξαιρετικά δημοκρατικό και προοδευτικό ηθικό πρόταγμα: «Θέλω να κατακτήσω τον σεβασμό του παιδιού μου». Εδώ, λοιπόν, στο όνομα της ελευθερίας και του σεβασμού προς τον άλλον φτιάχνεται ένα σχήμα που καταστρατηγεί πλήρως θέσεις και ρόλους. Στο τέλος, ο ανεπαρκής ή ο κακός γονιός δεν έχουν ν’ αναμετρηθούν μ’ έναν επαρκή ή καλό γονιό αλλά μ’ έναν γονιό που παραιτείται από τον ρόλο του, μ’ έναν γονιό που δεν είναι γονιός.
Θα διαβάσω ένα ακόμη απόσπασμα από το βιβλίο:
Σε κάθε κατάσταση και σε κάθε σύστημα, λοιπόν, ορισμένοι κανόνες καθορίζουν συμβολικές θέσεις και λειτουργίες. Και οι άνθρωποι που μετέχουν στην εν λόγω κατάσταση ή ανήκουν στο εν λόγω σύστημα χαρακτηρίζονται από ορισμένες συμβολικές ιδιότητες, κατέχουν καθορισμένες θέσεις και επιτελούν προσδιορισμένες λειτουργίες. Στο κατεξοχήν συμβολικά θεμελιωμένο σύστημα οικογένεια, αυστηροί κανόνες, καθώς και λειτουργικές αναγκαιότητες και σκοπιμότητες επισημαίνουν κάθε μέλος με ορισμένες ιδιότητες, το τοποθετούν σε καθορισμένη θέση και του υπαγορεύουν προσδιορισμένες λειτουργίες. Οι συμβολικές ιδιότητες, θέσεις και λειτουργίες των μελών μιας οικογένειας είναι ασύμμετρες. Χαρακτηρίζουν μονοσήμαντα κάθε μέλος και δεν μπορούν να του αφαιρεθούν, να μεταβιβαστούν σε κάποιο άλλο ή να ακυρωθούν μονομερώς. Αν κάτι τέτοιο επιχειρηθεί, η οικογενειακή δυσλειτουργία είναι αναπόφευκτη - όπως και οι συνέπειες της, που τις είδαμε.
Στις σχέσεις γονέων και τέκνων, η ασυμμετρία είναι ολοφάνερη. [...] Οι γονείς θα δώσουν το όνομα του στο παιδί, όχι το παιδί στους γονείς του. Οι γονείς έχουν την υποχρέωση να το φροντίζουν, σε κλίμα στοργής, σεβασμού και ασφάλειας, μέχρι να ενηλικιωθεί. Οι γονείς θα μεταδώσουν τη γλώσσα (τη μητρική γλώσσα) και τα θεμελιώδη στοιχεία του πολιτισμού στο παιδί, όχι το αντίστροφο. Το παιδί έχει την υποχρέωση να πάει στο σχολείο που θα επιλέξουν οι γονείς του σύμφωνα και με τους νόμους (π.χ. εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση στη σημερινή Ελλάδα). Το παιδί έχει την υποχρέωση να σέβεται τους γονείς του. Σε θέματα κοινής ζωής, όπως οι ώρες φαγητού και ύπνου ή το ύψος των διαθέσιμων για το παιδί χρημάτων, οι γονείς έχουν την υποχρέωση να ακούσουν τη γνώμη, τις επιθυμίες και τις προτιμήσεις του παιδιού τους, αλλά και να λάβουν εκείνοι την τελική απόφαση, με την οποία το παιδί υποχρεούται να εναρμονισθεί».
Οι γενιές των δικών μας γονιών και παππούδων, διάγοντας τον καθ’ ημέρα βίο υπό τη δύναμη μιας ζώσας παράδοσης όπου οι πεθαμένοι άδραχναν τους ζωντανούς, τοποθετούσαν ασύνειδα και αυτονόητα τα μέλη της οικογένειας σε κληρονομημένες θέσεις και ρόλους. Κι αυτό, φυσικά, οδηγούσε στην αναπαραγωγή κατεστημένων σχέσεων και μορφών αυθεντίας, κατεστημένων τρόπων και στερεοτύπων συμπεριφοράς. Η παραδοσιακές μορφές μηχανικής αλληλεγγύης συνοδεύονταν, φυσικά, και από κοινωνικά αξιακά συστήματα αναφοράς, με αξιώσεις καθολικής εφαρμογής και τρόπους ποινικοποίησης των αποκλίσεων. Στο σπίτι, λόγου χάριν, του καταδιωκόμενου αριστερού που πάλευε για την κοινωνική απελευθέρωση, αναπαράγονταν οι κληρονομημένοι και διόλου χειραφετητικοί κοινωνικοί ρόλοι στο πλαίσιο της οικογένειας. Μόνου που, οι βαθιές πολιτισμικές τομές της εποχής μας (οι οποίες έλκουν την καταγωγής τους -ανάμεσα στ’ άλλα- από τα παγκοσμιοποιημένα σ’ ό,τι αφορά τα ελευθεριακά προτάγματά τους κινήματα της δεκαετίας του 1960), συγκρότησαν τη βεβαιότητα πως το παλιό πεθαίνει. Κι όντως, το παλιό πεθαίνει. Μα και το καινούριο δεν βρίσκει ούτε τον τρόπο ούτε τον δρόμο για να γεννηθεί. Καθώς, λοιπόν, απαξιώνονται οι τρόποι των παραδοσιακών ρόλων στο πλαίσιο της οικογένειας, οι νέοι άντρες και οι νέες γυναίκες, που αναλαμβάνουν με τη φυσική διαδικασία τους ρόλους των γονιών, βρίσκονται μπροστά σ’ ένα βαθύ κοινωνικό και πολιτισμικό χάσμα. Η απαξίωση των παλιών τρόπων οδηγεί στην ακύρωση των ρόλων. Τα ρηξικέλευθα αξιακά προτάγματα των τελευταίων δεκαετιών του εικοστού αιώνα, αντί να επενδύονται στους όρους της φυσικά ιεραρχικής σχέσης γονιών-παιδιών και να την αλλάζουν, υπονομεύουν τον ρόλο της μάνας και του πατέρα.
Όλο αυτό το πλέγμα των ιδεολογικών προσλαμβανουσών φτιάχνει ένα σχίσμα ανάμεσα στη γονεακή σχέση και στην κοινωνικά ορισμένη γονεακή ευθύνη για το οικογενειακό ευ ζην. Η διάλυση της ιεραρχίας στο όνομα της «μη καταπίεσης» και το συναισθηματικό έλλειμμα που ασυναίσθητα παράγει η απουσία του γονεακού ρόλου, φτιάχνουν μια ελευθεριακή συμβίωση «ισότιμων», υποτίθεται, προσώπων που το καθένα οφείλει να κατακτήσει τον σεβασμό και τη θέση του μέσα στη σχέση.
Στ’ αλήθεια, τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Δεν υπάρχει καμιά «ισοτιμία» όταν λένε οι γονείς στο παιδί τους να μην βάζει τις φουρκέτες ή τις πρόκες στην πρίζα. Ή να μην γυρίζει στο σπίτι όποτε του καπνίσει. Όσο «δημοκρατικά» κι αν έθεσαν το ζήτημα, σε καμία από τις περιπτώσεις αυτές οι γονείς δεν είναι «ισότιμοι» με τα παιδιά τους. Ούτε μιλούν ούτε διαπραγματεύονται περί του δέοντος σαν «ίσοι» προς «ίσους». Είναι κοντά τους, πλάϊ τους, αλλά λίγο πιο ψηλά. Κι αυτό το «λίγο πιο ψηλά» πρέπει να είναι αναγνωρίσιμο και αδιαπραγμάτευτο. Αν δεν το καταφέρουν οι γονείς, θα υποδουλώσουν το παιδί τους σ’ ένα φάντασμα «ισότητας» που διαλύει τους κώδικες της εκμάθησης και, εν τέλει, τους κώδικες του βίου. Να θυμίσω, κι αν χρειαστεί να το κουβεντιάσουμε στη συνέχεια, οι κώδικες δεν είναι συστήματα ταυτίσεων αλλά συστήματα αποκλεισμού και απαγόρευσης νοημάτων.
Συνεχίζω από το κείμενο του βιβλίου:
«Δεν υπάρχει πλάσμα τραγικότερο από το ακυβέρνητο παιδί- ένα παιδί απαίδευτο, απροσανατόλιστο, απροστάτευτο, ακαθοδήγητο, έρμαιο των παθών και της ακρισίας της παιδικότητας, και ταυτόχρονα πάντα εύκολο κορόϊδο στα παιγνίδια των μεγαλύτερων παιδιών και των μεγάλων... [...] Εκείνο που απωθήθηκε («το παιδί παρατημένο στην τύχη του») επιστρέφει σαν «άγρια» εμπειρία, σαν ανεξημέρωτη πραγματικότητα: Σαν παιδί-πλάσμα του καταναλωτισμού, του image marketing, της ναρκισσιστικής φετιχοποίησης, της λογικής του παιδιού-πρίγκιπα... Σαν αντικείμενο ανταγωνισμού, φθόνου, φαντασιωσικής απόλαυσης ή έμπρακτης σεξουαλικής εκμετάλλευσης [...] Σαν θύμα της σχολικής αποτυχίας και των εξαρτήσεων, ή σαν θήτης-θύμα παιδικής και εφηβικής βίας, παραβατικότητας και εγκληματικότητας... Σαν «χαμένες γενιές» παιδιών με μοιραία ελλείμματα γνώσης, γλώσσας, κουλτούρας, κοινωνικότητας, τρόπου, ονείρων... Με απόληξη τις συμμορίες ανηλίκων, ιδίως στις μεγαλουπόλεις, και τους «τυφλούς καταστροφείς» στις εξεγέρσεις» που θα βλέπουμε όλο και συχνότερα... Πέρα από τις κοινωνικές και ιστορικές τους διαστάσεις, όπου υπάρχουν και βαραίνουν, αυτές οι εκδηλώσεις ισοδυναμούν με μια ιδιαίτερη κακουχία της παιδικής ηλικίας• είναι συμπτώματα ψυχικής ορφάνιας. Που αντιπροσωπεύουν, ως υποκειμενικότητες, την ακυβέρνητη παιδικότητα σε κάθε μορφή: Ό,τι λατρεύεται και αποθεώνεται, παραμένοντας ακυβέρνητο, επειδή η κατανόηση του και η ενήλικη στάση απέναντι του γεννάει φόβο, επιστρέφει τρέφοντας ακριβώς τα αισθήματα εκείνα που το καταδικάζουν να υπάρχει σε «ημιάγρια κατάσταση», φόβο και ακατανοησία.
Αυτά και λίγα σκόρπια που θα πω ακόμη, ελπίζω ο Σιδέρης να τα βάλει σε τάξη στη συνέχεια.
Πρώτα απ’ όλα, δεν χρειάζεται καθόλου ο γονιός να γίνει παιδί για να καταλάβει το παιδί του. Και δεν χρειάζεται το παιδί να σκέφτεται σαν μεγάλη ή μεγάλος για να συνεννοηθεί μαζί τους. Αν ο γονιός γίνει παιδί, τότε το παιδί δεν έχει γονιό. Κι αν το παιδί πιεστεί, από μόνο του ή από τους άλλους, να καμωθεί πως έχει τα χαρακτηριστικά των μεγάλων πριν την ώρα του, τότε πάλι το παιδί δεν έχει στο σπίτι του γονείς αλλά συντρόφους, φίλους, ανταγωνιστές ή ξένους.
Όταν το παιδί χτυπά, κλωτσά βρίζει ή δαγκώνει τον γονιό του ή του λέει «σε μισώ», μισεί και χτυπά τον ρόλο ή τον φορέα του; Μεγάλο μπέρδεμα. Τώρα μάλιστα, που ο παραδοσιακός ρόλος του γονιού είναι ιστορικά και πολιτισμικά υπονομευμένος, το πρόσωπο του γονιού αποσπάται από τον ρόλο του γονιού. «Όσο είμαι γονιός δεν είμαι εγώ. Όσο είμαι εγώ δεν είμαι γονιός». «δεν μπορώ να απαγορεύσω, δεν μπορώ να τιμωρήσω». Αν όμως δεν είναι γονιός, τι είναι εκείνος ή εκείνη που στέκεται απέναντι στο παιδί; Φιλαράκι;
Όπως γράφει ο Σιδέρης,
«το παιδί δεν θέλει να του δώσετε ‘φιλαράκια’. Δεν περιμένει από τους γονείς του να καλύψουν και την ανάγκη του για φίλους και φιλία - να είναι, σαν να λέμε, «διπλής όψεως», και γονείς και φίλοι, άνθρωποι για όλες τις δουλειές. Ακριβέστερα, φίλους θα ψάξει και θα βρει τόσο πιο εύκολα και ουσιαστικά, όσο λιγότερο σφιχτός είναι ο εναγκαλισμός της οικογένειας. Δηλαδή, όσο πιο πολύ χώρο για φίλους του αφήνουν οι γονείς και τα άλλα μέλη της οικογένειας του κι όσο πιο πολύ αισθάνεται το κάλεσμα για να ανοιχτεί στον κόσμο πέρα από την οικογένεια. Κι αν ακόμη προκύψει, ανάμεσα σε κάποιους γονείς και κάποια παιδιά, κάποιες στιγμές, μια πτυχή φιλίας, και πάλι αυτή η φιλία είναι ασύμμετρη. Αρκεί να αναλογιστούμε το εξής: ακόμη και αν το παιδί θέλει και μπορεί να σας εμπιστευθεί τα πάντα, εσείς δεν μπορείτε ούτε και επιτρέπεται να μοιραστείτε μαζί του τα πάντα!
Υπάρχει κάτι ακόμη που αξίζει να μπει στη συζήτηση.
Εμείς, η δικιά μας γενιά θέλω να πω, ζήσαμε καλύτερα από τους γονείς μας. Κι οι γονείς μας, τελικά, έζησαν καλύτερα από τους παππούδες μας. Σήμερα όμως μοιάζει να χωνεύουμε την ιδέα ότι τα δικά μας παιδιά θα ζήσουν χειρότερα από εμάς. Ότι τα όνειρά μας γι’ αυτά δεν χωρούν στον κόσμο που φτιάξαμε ή που ανεχθήκαμε. Κι αντί να δούμε τις πραγματικότητες που στενεύουν τον ορίζοντα των προσδοκιών μας και να συντηρήσουμε ή να ανασυγκροτήσουμε τα νεανικά μας προτάγματα για την αλλαγή του κόσμου, σπρώχνουμε τα παιδιά ν’ ανταποκριθούν όλο και περισσότερο στους μύθους και τα παραμύθια των ηγεμόνων. Διότι έτσι πρέπει. Με τύψεις και, κυρίως, παραιτούμενοι από τον ρόλο του γονιού.
Οι δικές μας γενιές, στους μεγάλους αριθμούς τουλάχιστον, μοιάζει να αρνούνται ν’ αναπαραγάγουν όσα βίωσαν ως τρόπους με τους οποίους τις μεγάλωσαν οι γονείς τους. Ωστόσο, δίχως να έχουν βρει νέους τρόπους για να βάλουν στη θέση των παλιών και απαξιωμένων, αναπαράγουν τα «πρέπει» που υπαγορεύουν οι κυρίαρχοι ιδεολογικοί μηχανισμοί. Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, το «καθήκον» που γονιού περιορίζεται σε μια αφηρημένη μέριμνα για την εξασφάλιση του κοινωνικά δέοντος. Και στην αγωνιώδη προσπάθεια να γεμίσουν με ασφάλεια τα κενά της αναγκαστικής (λόγω δουλειάς και υποχρεώσεων) δικής του απουσίας. Δυστυχώς, «ασφάλεια εδώ σημαίνει «κάνω εκείνο που κάνουν οι πολλοί», «κάνω αυτό που λέει η τηλεόραση ή τα σχετικά ένθετα των εφημερίδων»
Έτσι, για να μην υπάρχει «απουσία», γεμίζουμε τον χρόνο των παιδιών με Αγγλικά, Γαλλικά, μουσική, μπαλέτο, γυμναστική, ιδιαίτερα κλπ... Τα πράγματα υποτίθεται ότι διευθετούνται και τα κενά υποτίθεται ότι γεμίζουν με κάτι «χρήσιμο». Έτσι όμως, κανείς στο σπίτι δεν έχει πια ώρα να βρεθεί σε πραγματική σχέση με τα μέλη της οικογένειας. Όλες και όλοι είναι πάντα κουρασμένοι, πάντα γεμάτοι από το άγχος να ετοιμάσουν ένα αύριο που δεν χωράει μέσα στη μέρα. Όλες και όλοι ζουν έξω και πέρα από τη σχέση μεταξύ τους, υπηρετώντας υποτίθεται τις προϋποθέσεις αυτής της σχέσης. Κι έτσι, τελικά, μέσα στη βουβαμάρα, το σπίτι γεμίζει ενοχές και καταλογισμούς που δεν σβήνουν με την επίκληση στο «έτσι είναι τα πράγματα» ή στο «κάνω ό,τι μπορώ αλλά δεν με καταλαβαίνει κανείς».
Ας αναλογιστούμε την πραγματική ζωή ενός εφήβου. Σχολείο το πρωί ή το απόγευμα, φροντιστήρια και μαθήματα που καταβροχθίζουν τη μέρα. «Δουλεύω σκληρότερα απ’ όλους στο σπίτι», μου διηγιόταν μια φίλη πως της λέει η 16χρονη κόρη της. «Πρέπει να μου δίνετε τον μισθό μου και δεν δικαιούστε να μου λέτε τι να κάνω». Το «χαρτζιλίκι» ορίζεται ως «μισθός» που πληρώνει μια «βαριά δουλειά». Σχέση ανταλλαγής ισοδυνάμων, όπως θα το όριζε ο Μαρξ. Με στέλνετε στο σχολείο, στα μαθήματα και στα φροντιστήρια, σας δίνω τη δουλειά που μου στερεί κάθε χαρά και κάθε αίσθημα πλήρωσης, με πληρώνετε με το αντίτιμο. Το απόλυτο μπέρδεμα. Η απόλυτη αλλοτρίωση. Τελικά ο γονιός, πληρώνοντας νομίζει πως ρεφάρισε τη σιωπή και την αποποίηση του ρόλου του.
Αναφέρθηκα πριν στη βουβαμάρα. Εννοώ τη βουβαμάρα των ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας, ανάμεσα στα παιδιά και τους γονείς κατ’ εξοχήν, μέσα στον θόρυβο των πληροφοριών από την τηλεόραση, το διαδίκτυο, τις χιλιάδες προκλήσεις που δεν διαλέγουμε. Η βουβαμάρα όμως είναι, στ’ αλήθεια, εξαιρετικά βροντόφωνη. Διότι σ’ ένα σύστημα σχέσεων ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ «ΜΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ». Η σιωπή, ακόμη και η απουσία, έχουν αξία μηνύματος και παράγουν σημασίες που οι άνθρωποι τις διαχειρίζονται ακόμη και ερήμην του άλλου.
Κι όταν φτάσουν με τα μούτρα κολλημένα στον τοίχο, τότε έρχεται η φαεινή ιδέα. «Το παιδί χρειάζεται ψυχολόγο».
«Χρειάζονται νέα αισθήματα και νέες λέξεις», θησαυρίζει Νίκος Σιδέρης, στο προτελευταίο του βιβλίο, τα λόγια ενός αναλυόμενου. Στην περίπτωση που συζητάμε σήμερα, οι νέες λέξεις που χρειάζονται είναι, ίσως, οι τετριμμένες λέξεις που παραπέμπουν σε αλήθειες που έχουν τρυπώσει στα βασίλεια της λήθης. Σε αλήθειες οι οποίες αφορούν τους ρόλους και τα αισθήματα που τους αναλογούν.
Σας κούρασα, το ξέρω. Τελειώνω λοιπόν με ένα ακόμη μικρό απόσπασμα από το βιβλίο:
«“Το παιδί δεν θέλει ψυχολόγο. Γονείς θέλει!” εννιά φορές στις δέκα. Η αναλογία ίσως δεν είναι ακριβώς εννιά στα δέκα. Δείχνει όμως ότι κατά κανόνα, όταν στις συνήθεις οικογένειες γεννιέται ένα τέτοιο ερώτημα-αίτημα, το πραγματικό ζητούμενο είναι το πώς οι γονείς θα μπορέσουν να σταθούν στη θέση του γονιού και να λειτουργήσουν σαν γονείς».
Νίκος Θεοτοκάς
καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
Αναφέρθηκα πριν στη βουβαμάρα. Εννοώ τη βουβαμάρα των ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας, ανάμεσα στα παιδιά και τους γονείς κατ’ εξοχήν, μέσα στον θόρυβο των πληροφοριών από την τηλεόραση, το διαδίκτυο, τις χιλιάδες προκλήσεις που δεν διαλέγουμε. Η βουβαμάρα όμως είναι, στ’ αλήθεια, εξαιρετικά βροντόφωνη. Διότι σ’ ένα σύστημα σχέσεων ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ «ΜΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ». Η σιωπή, ακόμη και η απουσία, έχουν αξία μηνύματος και παράγουν σημασίες που οι άνθρωποι τις διαχειρίζονται ακόμη και ερήμην του άλλου.
Κι όταν φτάσουν με τα μούτρα κολλημένα στον τοίχο, τότε έρχεται η φαεινή ιδέα. «Το παιδί χρειάζεται ψυχολόγο».
«Χρειάζονται νέα αισθήματα και νέες λέξεις», θησαυρίζει Νίκος Σιδέρης, στο προτελευταίο του βιβλίο, τα λόγια ενός αναλυόμενου. Στην περίπτωση που συζητάμε σήμερα, οι νέες λέξεις που χρειάζονται είναι, ίσως, οι τετριμμένες λέξεις που παραπέμπουν σε αλήθειες που έχουν τρυπώσει στα βασίλεια της λήθης. Σε αλήθειες οι οποίες αφορούν τους ρόλους και τα αισθήματα που τους αναλογούν.
Σας κούρασα, το ξέρω. Τελειώνω λοιπόν με ένα ακόμη μικρό απόσπασμα από το βιβλίο:
«“Το παιδί δεν θέλει ψυχολόγο. Γονείς θέλει!” εννιά φορές στις δέκα. Η αναλογία ίσως δεν είναι ακριβώς εννιά στα δέκα. Δείχνει όμως ότι κατά κανόνα, όταν στις συνήθεις οικογένειες γεννιέται ένα τέτοιο ερώτημα-αίτημα, το πραγματικό ζητούμενο είναι το πώς οι γονείς θα μπορέσουν να σταθούν στη θέση του γονιού και να λειτουργήσουν σαν γονείς».
Νίκος Θεοτοκάς
καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012
ΓΙΑΝΝΗΣ ΨΥΧΑΡΗΣ : "ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΟΥ" - Κεφάλαιο ΙΖ’ "Το Πυργί" - 2η Εκδοση, Αθήνα 1905
Παραθέτουμε παρακάτω όλο το Κεφάλαιο ΙΖ "Το Πυργί", όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο του Ι. Ψυχάρη "Το Ταξίδι μου" .
ΙΖ’ Το Πυργί.
Καλύτερα παίρνει κανείς την αναπνοή του στα βουνά. Στη Χώρα είναι πάρα πολλοί Τούρκοι και μου έρχεται πλήξη να τους βλέπω.
Σηκώθηκα το λοιπό να πάω να σεργιανίσω τη Χιο. Ένα πρωί, με το Σιορ Κωστή, κάτσαμε ο καθένας στο μουλάρι μας και σύραμε για τα μαστιχόχωρα.
Ανεβαίναμε αψηλά αψηλά με τα ζα· κάποτες πάλε, κατεβαίναμε κάτω κάτω και πηγαίναμε κοντά κοντά στ’ ακρογιάλι. Κάθε φορά που πηγαίναμε κοντά κοντά στ’ ακρογιάλι, μου έλεγε ο Σιορ Κωστής· — «Συχνά θα τραβούσε με το μουλάρι του στο γιαλό, συχνά θα ’ρχότανε ο Όμηρος ν’ ακουμπήσει σ’ αφτό το βράχο που βλέπεις τώρα μπροστά σου.
Εδώ θα ’γραψε την πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας και κοιτάζοντας τη θάλασσα, θα ’λεγε μέσα του· «παρά θίνα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης.» Αφτά τα κύματα που τ’ ακούμε και σήμερις ακόμη να δέρνουνε τ’ ακρογιάλι, θα το δέρνανε και τότες. Τ’ άκουγε λοιπόν ο θείος Όμηρος και στιχουργούσε.»
Του αποκρινόμουνε γω πάλε· — «Σιορ Κωστή, ο Όμηρος δεν έγραφε, γιατί δεν ήξερε να γράφει. Στον καιρό του αρφάβητο δεν είχε ακόμη. Δεν μπορούσε λοιπό να δώσει αριθμούς στις ραψωδίες και να πει άρφα τη μια, βήτα την άλλη.
Του αποκρινόμουνε γω πάλε· — «Σιορ Κωστή, ο Όμηρος δεν έγραφε, γιατί δεν ήξερε να γράφει. Στον καιρό του αρφάβητο δεν είχε ακόμη. Δεν μπορούσε λοιπό να δώσει αριθμούς στις ραψωδίες και να πει άρφα τη μια, βήτα την άλλη.
Ο Όμηρος ήτανε αγράμματος άθρωπος· να το ’χεις για βέβαιο, Σιορ Κωστή, οι δασκάλοι μας σήμερα ξέρουνε πολλά περισσότερα.
Σιορ Κωστή, ένας Όμηρος δεν ήτανε· ήτανε πολλοί. Η Ελλάδα μας στάθηκε πλούσιος τόπος· ένας μόνος ποιητής δεν της έφτανε· έβγαζε πολλούς μαζί.
Όλοι τους αφτοί οι ποιητάδες πηγαίνανε από δω κι από κει σ’ όλη την Ελλάδα· ο καθένας είχε να πει το δικό του· άλλος έλεγε για τα καράβια που μαζωχτήκανε τότες στην Τρωάδα· άλλος για τη βρισιά που πάτησε του Αγαμέμνονα ο Αχιλλέας· άλλος για το Διομήδη που είχε συνάμα και δύναμη και μαργιολιά· άλλος πάλε τραγουδούσε για τον Πρίαμο το γέρο, που μοναχός του πρόβαλε τη νύχτα ίσα με την τέντα του Αχιλλέα, για να πάρει με κλάματα και με πόνους του γιόκα του το κορμί· άλλος είχε άλλα να πει για την Ελένη, που με μάτι ουράνιες χάρες γεμάτο, κοίταζε από πάνω από το κάστρο το κακό που γινότανε κάτω· θάμπωνε τους γέρους η ομορφιά της.
Αφτούς τους φτωχούς, τους πεινασμένους που περπατούσανε και τραγουδούσανε και ζητούσαν ένα κομμάτι κρέας για ανταμοιβή τους, τους λέμε ραψωδούς. Ποίηση και φαντασία δεν είχε τότες ένας άθρωπος μόνος· είχε όλος ο λαός, κι ήτανε πράμα μεγάλο, σε μια μικρή χώρα σαν την Ελλάδα, με μιας να βρεθούνε τόσα και τέτοια πρώτα κεφάλια.
Να σου πω μάλιστα κι ένα άλλο, Σιορ Κωστή, γιατί έχω και γω την ιδέα μου. Όχι μόνο δεν έκαμε ένας ποιητής την Ιλιάδα, μα μήτε έγινε στον ίδιο τόπο· βγήκε μέσα από πολλά χωριά. Ένα χωριό μάθαινε μια ραψωδία, κι από το πρώτο το χωριό την έπαιρνε κι ένα άλλο.
Το καθένα την έσιαζε, την ξανάφτιανε, έβαζε μέσα και τη γλώσσα του.
Για τούτο βρίσκεις τόσους αντίθετους, τόσους αλλιώτικους τύπους στην Ιλιάδα· είναι χαμός καιρού να κάθεται κανείς να γυρέβει την πρωτότυπη γλώσσα της Ιλιάδας και να νομίζει πως αφτή η γλώσσα ήτανε μια και μόνη, ή πως είχε ποτέ της ενότητα και γραμματική απλή. Μην τα πιστέβεις αφτά.
Οι ραψωδίες, Σιορ Κωστή, άλλο τίποτα δεν ήτανε παρά δημοτικά τραγούδια, σαν τα δικά μας, απ’ αφτά που συνάζεις η εβγενεία σου και που σημειώνω κάποτες και γω.
Και στα τραγούδια μας μέσα θα βρεις τύπους αντίθετους, αλλιώτικα γραμματικά συστήματα. Σ’ ένα παραμύθι που θα σου πούνε σ’ ένα χιώτικο χωριό, ακούς άξαφνα έναν τύπο που τον έχουνε μόνο στη Μακεδονία ή στο Μωριά! Μαζί με τους αθρώπους τρέχουνε και τα παραμύθια. Αποφάσισε αν μπορείς σε τι γλώσσα έγινε πρώτα πρώτα το παραμύθι. Απ’ αφτά τα διάφορα τα τραγούδια ίσως βγει πάλε, Κωστάκη μου, καμιά μέρα και κει που δεν το προσμένει κανείς, μια καινούρια Ιλιάδα. Μη νομίσεις πως θα την παινέσουνε οι δασκάλοι· θα πούνε πρόστυχους τους στίχους, καθώς θα λέγανε και τον Όμηρο πρόστυχο, αν οι δασκάλοι ζούσανε και σε κείνα τα χρόνια, γιατί κι ο Όμηρος, σαν που λες, ήτανε αγράμματος ποιητής του λαού. Κι αν ο Όμηρος δε μιλούσε τη γλώσσα του λαού, πώς θα μάθαινε απ’ όξω τον Όμηρο ο λαός; Για βάλε το λαό μας, Σιορ Κωστή, να μάθει απ’ όξω τη Θεοδώρα και τον Ηράκλειο. Να διούμε θα μπορέσει;»
Ο Σιορ Κωστής τσίτωνε τ’ αφτιά του κι άκουγε με προσοχή.
Ο Σιορ Κωστής είναι Ρωμιός από τους σπάνιους και δε μοιάζει τους άλλους· έχει περιέργεια ο νους του κι όλο θέλει να μάθει· δε νομίζει πως τα ξέρει όλα. Όταν του μιλείς για τον Όμηρο, δε θαρρεί πως του τα λες για να τον πειράξεις και τάχατις για να τον προσβάλεις.
Βλέπει πως αφτά τα ζητήματα έχουν ένα σκοπό μόνο, την επιστημονική αλήθεια. Με τέτοιο σύντροφο μ’ αρέσει το ταξίδι.
Κεντήσαμε τα μουλάρια και πήγαμε ομπρός.
Ο σκοπός μας ήτανε, καμιά δεκαπενταριά μέρες να μείνουμε στο Πυργί. Ας πάνε άλλοι να σεργιανίσουνε την Εβρώπη· ας πα να διούνε όσοι θέλουνε την Ασία με τ’ απέραντά της τα κράτη, την Αφρική με τα λιοντάρια, με τους άμμους και με τα νερά της. Εμένα μ’ αρέσει το Πυργί· τρελαίνουμαι για τους Πυργούσους· στο Πυργί ξανοίγει η καρδιά μου.
Χάρηκα, άμα το είδα το Πυργί. Στο Πυργί κι οι πέτρες γελούνε. Ο Πυργούσης δε σκύφτει κεφάλι· λεφτεριά και καλοσύνη βλέπεις στο πρόσωπό του. Αχάριστος δεν είναι κι όλο θυμάται το καλό. Είναι έξυπνος κι ό,τι πεις, αμέσως το καταλαβαίνει. Ο Πυργούσης σέβεται τα παλιά του τα έθιμα· μάλιστα περηφανέβεται που τα βαστά. Έχει δίκιο ο Πυργούσης· ποτέ σου δεν πρέπει ν’ αρνηθείς μήτε τ’ όνομα, μήτε τη θρησκεία μήτε τη γλώσσα του πατέρα σου.
Όταν μπήκα στο Πυργί, ήρθανε όλοι τους να με καλωσορίσουνε. Κόντεβε να βραδιάσει και σα λούλουδο στον ουρανό λίγο λίγο ξάνοιγε το φεγγάρι κι άρχιζε να χρυσίζει.
Νόμισα πως έβλεπα μπροστά μου παραμύθι ζωντανό και πως ζούσα και γω μέσα, όταν τους είδα μαζωμένους δεξιά και ζερβιά στους στενούτσικους δρόμους, ανάμεσα στα πέτρινα σπίτια, τον καθένα με το δαδί στο χέρι, κάτασπρα ντυμένους να με χαιρετούνε. Καθόμουνε απάνω στο μουλάρι και προχωρούσα σιγά κι έδινα χεριές από δω, χεριές από κει, και τα πρόσωπα γελούσανε και σα να δακρύζανε τα μάτια μου.
Όχι, Πυργουσάκια μου, δεν είμαι μπέης, κι ο Μαχμούτης το ξέρει· δεν είμαι κυπαρίσσι και μεγαλεία δε γυρέβω. Είμαι χωριατόπουλο σαν και σας και τα χωριάτικα μ’ αρέσουνε. Η προφορά σας μου γλυκοχαδέβει τ’ αφτιά και καμαρώνω τις φορεσιές σας.
Σαν μπέης, μπέης έρχεσαι, σαν μπέης κατεβαίνεις,
Σαν κυπαρίσσιν αψηλό μέσ’ στο χωριό μας μπαίνεις.
Όχι, Πυργουσάκια μου, δεν είμαι μπέης, κι ο Μαχμούτης το ξέρει· δεν είμαι κυπαρίσσι και μεγαλεία δε γυρέβω. Είμαι χωριατόπουλο σαν και σας και τα χωριάτικα μ’ αρέσουνε. Η προφορά σας μου γλυκοχαδέβει τ’ αφτιά και καμαρώνω τις φορεσιές σας.
Ο Πυργούσης άλλο δεν ξέρει παρά την παλιά του τη φορεσιά. Άσπρα ρούχα φορούνε οι άντρες, άσπρα ρούχα οι γυναίκες, άσπρα τα παιδιά. Πρέπει μάλιστα τις Πυργούσαινες να τις διεις, τι χάρη που την έχουνε όταν αγάλια αγάλια, με χρόνο και με ρυθμό, σαν καράβι που κουνιέται και πάει, περνούνε από κάτω από τις καμάρες, βγαίνουνε από τις στενάδες μέσα, κι άξαφνα προβάλλουνε όξω στη στράτα, για να πάνε στην πηγή, με το σταμνί στην πλάτη, με το ξεστρογγυλωτό τους το μπράτσο κυρτωμένο για να βαστά το σταμνί — όλες ασπροντυμένες, σα ζωντανές μαρμαροκολόνες που περπατούνε, που ιχνογραφιούνται και φέγγουνε απάνω στο γαλανό χρώμα τ’ ουρανού.
Παιδιά, σας έβαλα στην καρδιά μου! Ένα μάλιστα μ’ άρεσε στο Πυργί· ποτές δεν πάτησε Πυργούσης στο σκολειό. Για τούτο τους αγάπησα τόσο.
Ένας Πυργούσης μου μίλησε με πολλή γνώση· — «Τα γράμματα, λέει, τι θα τα κάμουμε; Αν ήτανε τουλάχιστο γράμματα που να μπορούσανε κάτι να μας χρησιμέψουνε, δε θα ’λεγα τίποτα· μα τα γράμματα που μας μαθαίνουνε, δεν έχουνε κανένα νόημα για μας.
Παίρνεις ένα χωριατόπουλο που μέρα νύχτα λέει τον πατέρα του φέντη, που κλίνει ο φέντης μου και του φέντη μου· έρχεσαι του λόγου σου, καθίζεις το χωριατόπουλο στο σκολειό και του μαθαίνεις πως πρέπει να κλίνει ο πατήρ, τω πατρί, ω πάτερ.
Το κάνεις κιόλας να διαβάζει κάτι πατράσι και πατέρε, που ποτές δε θα τα χρειαστεί στη ζωή του.
Τον Ξενοφώντα με την αττική του δεν τον έχουμε ανάγκη· μας φτάνει να ξέρουμε τη γλώσσα μας. Α βάζανε τουλάχιστο το παιδί να κλίνει ο πατέρας, του πατέρα, τον πατέρα, μπορούσε κάτι να φεληθεί το παιδί· έτσι θα μάθαινε να μιλεί και μ’ όλους τους άλλους Ρωμιούς, με τους ομογενείς σαν που τους λένε, και θα καταλάβαινε πως όλοι μας μαζί μια γλώσσα έχουμε που μας ενώνει.
Εγώ, τσελεμπή μου, είμαι αγράμματος κι όσα σου λέω σου τα λέω με τα μικρά μου τα μυαλά. Έτσι μου φαίνεται πιο σωστό.
Εγώ, τσελεμπή μου, είμαι αγράμματος κι όσα σου λέω σου τα λέω με τα μικρά μου τα μυαλά. Έτσι μου φαίνεται πιο σωστό.
Έπειτα, να σου πω την αλήθεια, μας πνίξανε τα γράμματα. Τα γράμματα είναι λούσο. Έχει κανείς άλλα να συλλογιστεί. Δε μου λες, εσύ που γύρισες την Εβρώπη, τι χρειάζεται ένα έθνος για να γίνει μεγάλο και ξακουστό; Να σου το πω σαν που το ξέρω και βλέπουμε α συφωνούμε.
Ένα έθνος θέλει δυο πράματα για να μεγαλώσει· θέλει μάθηση και στρατό. Τώρα σε παρακαλώ να μου πεις με τι τρόπο μπορεί ν’ αποχτήσει μάθηση και στρατό; Με τι παράδες θα πλερώσει και το δάσκαλο και το στρατιώτη; Με τους παράδες τους δικούς μου. Με του εμπόρου τους παράδες, που μέρα νύχτα δουλέβει, με τους παράδες του χωρικού που ιδρώνει και σκάφτει τη γης. Φρόνιμο λοιπό να κοιτάζουμε πρώτα να κερδίσουμε τους παράδες.
Ο έμπορος κι ο χωρικός είναι τα πρώτα σου θεμέλια, κι αν έχεις στο νου σου να χτίσεις παλάτι, απάνω στη πλάτη τους θα το χτίσεις. Να μη σταβρώνουμε τα χέρια, νομίζοντας πως δεν ταιριάζει να κοπιάζουμε, και πως τάχα ξεπέφτουμε.
Ξέρω πως κάποτες μάς καταφρονούνε μάς ή που βωλοσηκώνουμε ή που κάνουμε τον έμπορο· κοντέβουνε όλοι οι Ρωμιοί να γίνουνε δικηγόροι και γιατροί. Ωστόσο, το γιατρό και το δικηγόρο, εγώ είμαι πάλε που τους σπουδάζω.»
Να είχα χρήματα, Πυργούση μου, που τα λες τόσο καλά, με χρυσά γράμματα θα τύπωνα τα λόγια σου να τα μοιράσω στην Ελλάδα.
Ας τα χαράξουμε στο νου μας, που δεν κοστίζει και παρά.
Όλοι στο Πυργί τέτοιες ιδέες έχουνε.
Ένας μοναχά μου χάλασε το κέφι· ήταν ένα παιδί καμιά δεκαπενταριά χρονώ, φορούσε φράγκικα και πολεμούσε να μιλήσει παστρικά. Μια μέρα περνούσα από το σπίτι του μπροστά· ήτανε ίσια ίσια η ώρα όπου ερχότανε από το μάθημα το παιδί. Τ’ άκουγα και φώναζε μέσα του πατέρα του· — «Δεν ντρέπεσαι τη βάρβαρή σου τη γλώσσα; Το σιχάθηκα το σπίτι όπου μιλούνε τόσο πρόστυχα.
Μου κάνει ντροπή να σ’ ακούω. Δεν μπορώ πια να ζήσω στο χωριό. Εγώ τώρα έμαθα και θα γίνω δάσκαλος.»
Ο πατέρας του ο καημένος δεν τολμούσε να πει λέξη κι έμοιαζε σα ζεματισμένος. Τι να πει; Ο γιος του ήξερε γράμματα, και κείνος ο δύστυχος δεν ήξερε.
Ο πατέρας του ο καημένος δεν τολμούσε να πει λέξη κι έμοιαζε σα ζεματισμένος. Τι να πει; Ο γιος του ήξερε γράμματα, και κείνος ο δύστυχος δεν ήξερε.
Δε μου φάνηκε παράξενο που έτσι μίλησε το παιδί· έπρεπε να τ’ ακούσουμε κι αφτά. Κάθε ασέβεια μάθαμε. Αφού μας διδάξανε πως πρέπει να καταφρονούμε του πατέρα μας τη γλώσσα, συνέπεια ήτανε να καταφρονήσουμε και τον πατέρα τον ίδιο που τη μιλεί.
Είπα να μου φέρουνε το παιδί. Ήρθε χαρούμενο, κολακεμένο που το ζητούσε ένας καθηγητής. Όλα του τα ελληνικά μου τα ξεφούρνισε με μιας.
Άμα τον είδα· — «Παιδί μου, του είπα, δε μου λες, του πατέρα σου πώς του φωνάζεις, όταν έχεις να του μιλήσεις;» — Πετιέται το παιδί και μου κάνει· — «Πάτερ!» — «Μπα! Και γιατί τάχα δεν του λες πατέρα;» — «Γιατί είναι λάθος.» — «Μπράβο, παιδί μου! Βλέπω και ξέρεις γράμματα. Θέλω και γω τώρα κάτι να μου μάθεις. Ποια είναι η γενική του ενικού και του πληθυντικού;» — «Πατρός, πατέρων.» —«Καλά! Θέλω τώρα να καταλάβω γιατί έχει ένα η η ονομαστική, και γιατί το η δεν το ’χει η γενική μήτε του ενικού μήτε του πληθυντικού; Για ποιο λόγο η γενική πατέρων τονίζει το ε, κι από που βγήκε αφτό το ε και γιατί δεν το ’χει η γενική πατρός; Ξέρεις να μου το ξηγήσεις;» — «;;» (Το καημένο το παιδί δεν έβρισκε να πει γρυ.) —«Πες μου τώρα κι άλλο. Σαν ανώμαλο μου φαίνεται αφτό το πατήρ· φοβούμαι μήπως είναι λάθος. Από πού ξετρύπωσε το άρφα της δοτικής πληθυντικής πατράσι; Γιατί με μιας χάνεται το ε και πότε βλέπεις η, πότε α, πότε τονίζεται το ε και πότε δεν τονίζεται; Έχει το λόγο της η ονομαστική-αιτιατική του δυικού ή δεν έχει;» — Έχασκε το παιδί, σα να τα είχε χαμένα. —«Δεν το ξέρεις; Ας είναι! Θα ξέρεις τουλάχιστο να μου ξηγήσεις την κλητική πατέρα.
Πώς έγινε η ονομαστική πατέρας; Γιατί έχει το α και το ς; Για ποιο λόγο βαστιέται το α της ονομαστικής στην κλητική, στη γενική, στην αιτιατική;
Είναι νόμος γενικός στη γλώσσα μας, τ’ αρσενικά να κρατούνε το α της ονομαστικής σ’ όλο τον ενικό, ή είναι λάθος;
Μ’ άλλα λόγια, πρέπει να λέμε του πατέρα ή μπορούμε άξαφνα να τα κάμουμε του πατέρε, του πατέρου, ή και του πατέρη, όπως λάχει;
Μια κλητική πατέρο, νομίζω, θα είναι λάθος· η κλητική πατέρα πρέπει λοιπό να είναι νόμος γενικός· αν είναι νόμος γενικός, λάθος δεν είναι, γιατί το λάθος κανόνα δε γνωρίζει κι όπως το θέλεις το κάνεις.—Άλλο τώρα· στον πληθυντικό γιατί δεν έχουμε α;
Γιατί στέκεται παντού ο τόνος στο ε; Γιατί μοιάζει η ονομαστική πατέρες με τους πατέρες στην αιτιατική; Ποιος είναι ο λόγος; Είναι ταχτικό το πράμα ή δεν είναι;» — «Μα... δε μου τα ’μαθε αφτά ο δάσκαλος, μου φωνάζει το παιδί απελπισμένο.» — «Δε σου τα ’μαθε; Τότες να σωπαίνεις. Για να λες ποιο είναι λάθος και ποιο δεν είναι, πρέπει πρώτα να ξέρεις για τι λογής πράματα μιλείς.
Όποιος δεν είναι άξιος να σου πει μήτε πώς μορφώθηκε η ονομαστική πατήρ μήτε πώς έγινε η ονομαστική πατέρας, δεν έχει το παραμικρό δικαίωμα ν’ αποφασίζει ποιος είναι και ποιος δεν είναι ο κανονικός τύπος, γιατί πρώτα πρώτα δε νοιώθει ακόμη τι θα πει τύπος κανονικός. Δεν ταιριάζει και πολύ να μας διδάσκει τι γλώσσα πρέπει να γράφουμε.
Όσα λες είναι κούφια λόγια. Δεν είσαι σε θέση να κρίνεις τι είναι λάθος και τι δεν είναι. Καλά θα κάμεις ν’ αφήσεις τα παιδιακήσια και πρώτος εσύ να μην τα συνορίζεσαι.»
Ας μη συνοριστούμε και μεις τα δασκαλεμένα τα παιδιά κι ας πάμε στη δουλειά μας! Για θυμηθείτε, Πυργουσάκια, Πυργούσοι και Πυργούσες, τι χρυσές κουβέντες που τις κάναμε μαζί! Δεν έβγαζε λέξη το στόμα σας που να μην τη σημειώσω·
Έτσι το ’παθα και γω, παιδιά. Πάντα με το χαρτί στο χέρι, κι όταν περπατούσα στους δρόμους κι όταν είχαμε βεγγέρα το βράδυ. Ερχόμουνε από την Καισαρεία και γω, από μακριά μακριά, σαν τον Άη Βασίλη. Κι έπρεπε να ’ρθω τόντις από μακριά μακριά για να σπουδάσω τη γλώσσα σας. Οι δασκάλοι μιλούνε όλο για παιδεία, για επιστήμη, κι ωστόσο ποιος δάσκαλος κατάλαβε πως τέτοιες μελέτες θέλει σήμερα η επιστήμη κι η γλωσσολογία, δηλαδή να κάμουμε ξέχωρες μονογραφίες για τα χωριάτικα κάθε χωριού; Ένα μόνο καταλάβαμε για την ώρα, ετυμολογίες· «η χανούμισσα θα πει χάνω το νου μου κι από το orecchio έγινε το γροικώ.» Τέτοια πάμε και λέμε. Μας έπιασε κι άλλη μανία· συνάζουμε λέξες. Μα δεν ξέρουμε πώς για να συνάξουμε λέξες, για να κάμουμε μια και μόνη ετυμολογία, πρέπει πρώτα να μάθουμε ποιοι είναι οι φωνολογικοί, ποιοι οι μορφολογικοί κανόνες της γλώσσας που ετυμολογούμε στα στραβά. Να τεντώνουμε τ’ αφτιά μας και ν’ ακούμε πως προφέρνουνε τις πιο συνηθισμένες λέξες, να προσέχουμε πώς λένε το εγώ και το εσύ, το καλημέρα και το καλησπέρα. Έτσι θα μας φανερώσει η γλώσσα τους θησαβρούς της.
Αχ! και να μπορούσα! Να είχα δύναμη, νου και ζωή! Να είχα την τέχνη και τον τρόπο! Θα ’τρεχα παντού στην Ελλάδα· θα πήγαινα σ’ όλα, σ’ όλα τα χωριά ένα ένα. Με το σάκο στον ώμο, με το χαρτί στο χέρι, θα μάζωνα, θα μάζωνα· θα ’ριχνα μέσα στα σάκο κόλλες χαρτί· θα ’βαζα μέσα κάθε λέξη, κάθε τύπο, κάθε προφορά. Να είχα δέκα ποδάρια να περπατώ, δέκα αφτιά ν’ ακούω!
Ας μη συνοριστούμε και μεις τα δασκαλεμένα τα παιδιά κι ας πάμε στη δουλειά μας! Για θυμηθείτε, Πυργουσάκια, Πυργούσοι και Πυργούσες, τι χρυσές κουβέντες που τις κάναμε μαζί! Δεν έβγαζε λέξη το στόμα σας που να μην τη σημειώσω·
Άη Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία,
Βαστάει πέννα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι.
Αχ! και να μπορούσα! Να είχα δύναμη, νου και ζωή! Να είχα την τέχνη και τον τρόπο! Θα ’τρεχα παντού στην Ελλάδα· θα πήγαινα σ’ όλα, σ’ όλα τα χωριά ένα ένα. Με το σάκο στον ώμο, με το χαρτί στο χέρι, θα μάζωνα, θα μάζωνα· θα ’ριχνα μέσα στα σάκο κόλλες χαρτί· θα ’βαζα μέσα κάθε λέξη, κάθε τύπο, κάθε προφορά. Να είχα δέκα ποδάρια να περπατώ, δέκα αφτιά ν’ ακούω!
Σαν κρασάκι να πίνω τα λόγια του χωρικού· να διω πώς μιλούνε σε κάθε τόπο, ποια γλώσσα μοιάζει με την άλλη, τι ξεχωρίζει το ένα ιδίωμα από τ’ άλλο, πόσα γλωσσικά κέντρα βρίσκουνται στην Ελλάδα, πώς λίγο λίγο μορφώνεται μια γλώσσα, πώς καταντά μια γλώσσα χωριανή να γίνει κοινή σ’ όλους, πώς ξαπλώνεται και διαδίνεται, πως αλλάζει λίγο λίγο στην ψυχή μέσα και στο στόμα η αθρώπινη λαλιά.
Χάνουνται τα χωριάτικα, πριν καταλάβει ο κόσμος τι αξίζουνε και πόσο η σπουδή τους θα τιμήσει την Ελλάδα. Αχ! και να μπορούσα!
Τόσα ζητήματα που σήμερα βασανίζουνε τους σοφούς, εθνολογικά, ιστορικά, φιλοσοφικά, ζητήματα, φτάνει να καταδεχτείς ν’ ακούσεις το χωρικό που σου μιλεί και βλέπεις την αλήθεια, και σου έρχεται φως!
Οι λόγιοι σπουδάζουνε τις γλώσσες, όσο τις βλέπουνε τυπωμένες στο χαρτί και νομίζουνε πως οι γλώσσες δεν έχουνε ύπαρξη παρά στο χαρτί.
Αν ακούγανε τον Όμηρο να μιλεί, δε θα προσέχανε τι λέει. Τον έχουνε τυπωμένο και μελετούνε τους στίχους του.
Πόσους άκουσα να μου λένε· — «Πώς θα γράφουμε τη δημοτική, αφού γραμματική δεν έχει;» Θαρρούνε τάχα πως είχε η αρχαία και πως ο Πλάτωνας, κάθε φορά που πήγαινε να γράψει μια φράση, σκάλιζε στη γραμματική του να μάθει πώς έπρεπε να το γυρίσει και ποιο τύπο να βάλει.
Γραμματική νομίζουνε πως είναι μόνο η γραμματική που τυπώνεται· όσο δεν είναι τυπωμένη, όσο δεν έγινε η γραμματική βιβλίο, σου λένε πως δεν υπάρχει.
Φαντάζουνται με τα σωστά τους πως μπορεί να φανεί μια ζωντανή γλώσσα στον κόσμο και πως μπορεί να μιλιέται χωρίς να ’χει τη γραμματική της, κι ας μην είναι η γραμματική τυπωμένη.
Είναι το ίδιο σα να φαντάζουνται πως μπορεί ένα σπίτι να στέκεται ίσιο δίχως θεμέλια. Βλέπεις πολυ κατάντησε τα ζήτημα της γλώσσας· με τέτοιες παιδιακήσιες ιδέες έχεις να πολεμήσεις.
Τέτοια πρέπει να κοπανίζεις, και θέλεις καλή πομονή για να μη βαρεθείς και τ’ αφήσεις όλα στη μέση.
Ο σκοπός της γλωσσολογίας δεν είναι να φτιάνει γλώσσες μήτε να τις κανονίζει· είναι να βρει τον κρυφό τους κανονισμό, τους φυσικούς τους νόμους, ν’ ακούσει πώς τις μιλεί ο λαός και να καταλάβει πώς τις έκαμε.
Ζωντανή γλώσσα ήτανε η αρχαία κι όχι ψόφια σαν την καθαρέβουσα. Σ’ όλη την Ελλάδα, τότες καθώς και σήμερις, ήτανε πλήθος χωριά και το καθένα μιλούσε τα χωριάτικα του καιρού του.
Ζωντανή γλώσσα ήτανε η αρχαία κι όχι ψόφια σαν την καθαρέβουσα. Σ’ όλη την Ελλάδα, τότες καθώς και σήμερις, ήτανε πλήθος χωριά και το καθένα μιλούσε τα χωριάτικα του καιρού του.
Το ένα χωριό συγκοινωνούσε με τ’ άλλο κι έτσι μορφώθηκε λίγο λίγο και βγήκε μια δωρική, μια ιωνική, μια αττική γλώσσα.
Η αττική που ξέρουμε σήμερα δεν ήταν ένας μόνου χωριού γλώσσα· ήτανε ανακατεμένη, κοινή γλώσσα, καμωμένη από τις διάφορες λέξες, από τους χίλιους τύπους που συνηθίζανε οι χωρικοί όλης της Αττικής. Στην αρχή ως κι η δωρική άλλο τίποτα δεν ήτανε παρά χωριανή γλώσσα, πρόστυχη, χυδαία, και στα χωριά τη μιλούσανε.
Ελάτε, δασκαλάκια, στο Πυργί να το διείτε. Ελάτε να μάθουμε, γλώσσα τι θα πει, να καταλάβουμε και πράματα πολλά της αρχαίας που δεν τα χωρεί ο νους μας, όσο τα βλέπουμε τυπωμένα.
Κάθε μέρα πιάνουμε τη γραμματική και διαβάζουμε μέσα τον τύπο τιμάω-τιμώ, φιλέω-φιλώ. Τα λέμε συνηρημένα ρήματα, γιατί έτσι μας μάθανε να τα λέμε.
Δεν απορείτε όμως πώς μπόρεσε το φιλέω να καταντήσει στο φιλώ; Δε σας φαίνεται παράξενο ένα τέτοιο πήδημα;
Δε ρωτάτε τι έγινε ο τόνος, πού πήγε το ε που τον είχε, και πως είναι δυνατό να χαθεί ένα φωνήεντο με τόνο;
Η συναίρεση στο χαρτί έφκολα γίνεται· φτάνει να βάλεις το φιλώ κοντά στο φιλέω, και να τραβήξεις μια γραμμή για να ξεχωρίσεις τα γράμματα και για να το κάμεις φιλέ-ω, -ώ.
Μα οι Έλληνες, όταν πρώτη φορά είπανε αντίς φιλέω φιλώ, δεν τραβήξανε καμιά γραμμή· δεν κάμανε τη συναίρεση απάνω στα χαρτί· έτσι το ’φερνε η ζωντανή προφορά κι η ζωντανή προφορά δεν έχει μήτε τυπογραφεία μήτε βιβλία.
Πόσα έπρεπε πρώτα να πάθει το φιλέω για να γίνει φιλώ! Έπρεπε να χάσει τον τόνο του το ε, να πάει ο τόνος στο ω, να καταντήσει το ε πιο ψιλό, μόλις ν’ ακούεται, κι έτσι λίγο λίγο ν’ ακουστεί μόνο το ω.
Όσο βλέπουμε το φιλώ στα βιβλία, ένας τέτοιος τύπος δεν μπορεί παρά να μας φανεί λάθος τρομαχτικό. Και τι αθρώποι ήτανε οι Έλληνες για να μιλούν έτσι, να χάφτουνε τόνους και φωνήεντα;
Ίσως, αν πάτε στο Πυργί — και σ’ άλλα χωριά — θα διείτε πώς έγινε τα πράμα.
Τ’ αρχαίο το φιλέω-ώ δε θα τ’ ακούσετε πια, μα θα βρείτε άλλα πολλά που του μοιάζουνε και θα καταλάβετε με τι τρόπο αλλάζουνε οι γλώσσες.
Πηγαίνοντας από ένα χωριό σε άλλο, θ’ απαντήσετε στο καθένα την ίδια λέξη με άλλη προφορά· θα πάρει τ’ αφτί σας τις πιο μικρές διαφορές που έχουνε αναμεταξύ τους όλα αφτά τα χωριά, θ’ ακολουθήσετε τ’ άπειρα φωνολογικά στάδια ενός τύπου και θα διείτε τότες την κάθε αλλαγή με τη σειρά αλάκαιρη.
Σ’ ένα χωριό θα λένε η ψυχή, σ’ ένα άλλο ψυ’η με δασεία αντίς χ, σ’ ένα τρίτο ψυή χωρίς δασεία, σ’ ένα τέταρτο ψυή με μισοπρόφερτο υ, πάει να πει που μόλις θα τ’ ακούτε, και τότες μόνο βγαίνει ο γνωστός τύπος η ψη, που δε μας φέρνει πια καμιά δυσκολία.
Με τον ίδιο τρόπο και στ’ αρχαία τα χωριά, αν είχαμε ζήσει σε κείνα τα χρόνια, θ’ ακούγαμε κάπου φιλέω, κάπου φιλέώ, κάπου φιλεώ με μισό ε κι έπειτα φιλώ.
Σπουδάζουμε τη γραμματική, μα το νόημά της μας ξεφέβγει· προσέχουμε στα ψηφιά κι αμελούμε την αλήθεια· ανοίγουμε τα μάτια και στουμπώνουμε τ’ αφτιά μας.
Πιο καλά θα καταλάβεις και τη γραμματική της αρχαίας και τη γενική γραμματική, αν ακούσεις πώς μιλούνε, παρά αν πιάσεις βιβλίο να μελετήσεις. Μια μέρα τα χωριάτικα θα γίνουνε η πρώτη βάση της γλωσσολογικής επιστήμης.
Φτάνει να τα συγκρίνεις με τ’ αρχαία, κι αμέσως ζωντανέβει το βιβλίο που διαβάζεις μόνο με τα μάτια· θα σου φαίνεται τώρα πως τ’ ακούς και σου μιλεί.
Δάσκαλε, δάσκαλε, μην καταφρονέσεις, στη ζωή σου, τη γλώσσα του χωριού· είναι η αρχή της σοφίας.
Δάσκαλε, δάσκαλε, μην καταφρονέσεις, στη ζωή σου, τη γλώσσα του χωριού· είναι η αρχή της σοφίας.
Άκουσε κι ένα άλλο ν’ απορήσεις· όσο κι αν κοπιάσεις, όσο κι αν πάρεις να διαβάσεις Πλάτωνα και Ξενοφώντα, όσο κι αν καθαρίσεις τη γλώσσα σου, να το ξέρεις· ποτέ σου δε θα το καταφέρεις να μιλήσεις αφτή τη γλώσσα που θέλεις, τόσο καθαρά, τόσο νόστιμα και τόσο κανονικά όσο μιλεί τη γλώσσα του ο χωρικός.
Ελάτε, δασκαλάκια, στο χωριό. Στο χωριό, με τον καθαρό τον αέρα, με την ωραία τη φύση, θα ξανοίξει κι ο νους κι η καρδιά σας. Όλα καλά στο χωριό. Χαίρεσαι διπλά τη ζωή, αν και κάπου κάπου κανένας κρυφός, κανένας γλυκός πόθος γεννιέται μέσα στην ψυχή σου. Νοιώθει κανείς μ’ όλα του τα δυνατά ποίηση και φύση. Έκαμα και γω, στο σπίτι όπου κόνεψα, δυο πυργούσικους στίχους της Μαρούς του Γιαννίρη·
Ελάτε, δασκαλάκια, στο χωριό. Στο χωριό, με τον καθαρό τον αέρα, με την ωραία τη φύση, θα ξανοίξει κι ο νους κι η καρδιά σας. Όλα καλά στο χωριό. Χαίρεσαι διπλά τη ζωή, αν και κάπου κάπου κανένας κρυφός, κανένας γλυκός πόθος γεννιέται μέσα στην ψυχή σου. Νοιώθει κανείς μ’ όλα του τα δυνατά ποίηση και φύση. Έκαμα και γω, στο σπίτι όπου κόνεψα, δυο πυργούσικους στίχους της Μαρούς του Γιαννίρη·
Γράμματα είν’ τα λόια σου τσαί το Πυργκί σκολειό μου,
Τσ εώ Πυργκούη θα εννώ, α το κάώ ωργκιό μου.
Πηγή : http://www.sarantakos.com
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



















