Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Εξειδικευµένες χρήσεις του µαστιχιού και κοινωνική ιστορία των Μαστιχοχώρων


Για έναν ιστορικό αποτελεί πρόκληση να προσπαθήσει να συνδυάσει δυο
χαρακτηριστικές πλευρές προσέγγισης του παρελθόντος.  Αφ’ενός,  την αναζήτηση της
προϊστορίας ή και της γενεαλογίας ενός επιστηµονικού κλάδου ή  µιας επαγγελµατικής
εξειδίκευσης και αφ’ετέρου, την ανάδειξη ενός  µερικού ζητήµατος σε συνδυασµό  µε τα
ευρύτερα ιστοριογραφικά ενδιαφέροντα κάθε εποχής.  
Στη συγκεκριµένη συγκυρία αντιµετωπίζω και ένα τρίτο, αναζητώντας τη γενεαλογία και την ιστορία ενός κοινωνικού millieu, µε διακριτή ιστορία  µέσα στη Χίο,  των µαστιχοπαραγωγών,  ή  µαστιχάδων,  ή µαστιχάριων παλαιότερα. 

Και τέλος, η µεγαλύτερη πρόκληση είναι να συνδυάσει κανείς τα αποσπασµατικά ενδιαφέροντα σε ένα ενιαίο σύνολο, ώστε να έχουν νόηµα τόσο για την γνώση του παρελθόντος όσο και για την κατανόηση του παρόντος και το σχεδιασµό του µέλλοντος.

Μιλώ λοιπόν για εξειδικευµένες χρήσεις του µαστιχιού αποφεύγοντας να χρησιµοποιήσω άλλους σαφέστερους όρους,  όπως φαρµακευτικές,  γαστρονοµικές,  βιοµηχανικές κλπ, ακριβώς γιατί η κάθε χρήση στη  µακραίωνη ιστορία του προϊόντος δεν έχει κανένα ιδιαίτερο νόηµα για τον ίδιο τον παραγωγό, ενίοτε για τον έµπορο και πολλές φορές για τον διακινητή του προϊόντος,  ακριβώς γιατί η χρήση της  µαστίχας,  όπως και άλλων προϊόντων εξειδικεύονταν στα χέρια του τελικού ή του ενδιάµεσου χρήστη,  του ποτοποιού,  του φαρµακοποιού,  του τεχνίτη,  του καλλιτέχνη.  

Αν λοιπόν χαράξουµε κάποιους άξονες για τη διερεύνηση του θέµατος, ένας πρώτος είναι για το πέρασµα από την οικιακή,  την εργαστηριακή ή τη βιοτεχνική στην βιοµηχανική αξιοποίηση της µαστίχας.
Θα πρέπει λοιπόν να υπολογίζουµε ότι  µέχρι το τέλος του 19ου αιώνα δεν µπορούµε να διανοηθούµε την παραγωγή και τη διακίνηση  µεταποιηµένων προϊόντων που να διακρίνονται από τα φυσικά παράγωγα του µαστιχιού και του σκίνου.

Αν λάβουµε υπ’όψιν  µας τις στατιστικές για την κίνηση των εµπορευµάτων από τον λιµένα της Χίου ως τις αρχές του 20ου αιώνα βλέπουµε ότι η εξαγωγή προϊόντων του σκίνου περιλαµβάνει εκτός από το µαστίχι ακόµα κλαδιά και σκινόφυλλα, προφανώς ως λίπασµα.  


Το ξύλο του σκίνου χρησιµοποιούνταν για οδοντογλυφίδες αξιοποιώντας τις στυπτικές και αντισηπτικές ιδιότητες της ρυτίνης του,  τουλάχιστον από τον 18ο αιώνα, όπως συνάγεται από τεκµήρια της σουλτανικής κουζίνας.   

Βλέπουµε όµως ότι η προσπάθεια για καλύτερη εκµετέλλευση των προϊόντων του σκίνου δεν ξεφεύγει από την απλή συλλογή και βασική επεξεργασία της γεωργικής πρώτης ύλης, άρα δεν αποφέρει στη Χιακή οικονοµία παρά περιορισµένα ωφέλη και αυτά  µάλλον για τους  µεταπράτες της πόλης παρά για τον παραγωγό.

Εµπορικοί οδηγοί περιλαµβάνουν εµπόρους  µαστίχας στην Πόλη και στη Σµύρνη  µε χαµηλή εξειδίκευση σε παράγωγα του µαστιχιού, έστω µαστιχέλαιο. Η ποτοποιΐα είναι η πρώτη µορφή βιοµηχανικής χρήσης της µαστίχας στο τέλος του 19ου αιώνα. Η χρήση της µαστίχας σε αλκοολούχα ποτά, όπως το ρακί, επηρρέασε όλα τα βαλκάνια, δίνοντας και το όνοµα ΜΑΣΤΙΚΑ σε µια σειρά από αυτά στην Βουλγαρία, την ΠΓ∆Μ, τη Ρουµανία. 

Λογικά πρέπει να αναζητήσουµε πολύ αργότερα την αξιοποίηση της στη βιοµηχανία, είτε στο φαρµακευτικό κλάδο, είτε στους τοµείς των χρωµάτων, των σταθεροποιητικών, και των υλικών συντήρησης.  Είναι ενδιαφέρον,  ότι παρά την  µοναδικότητα του προϊόντος,  δεν δηµιουργείται  µέχρι την πρώτη  µεταπολεµική περίοδο, µια κίνηση επινοήσεων που να αξιοποιεί τις ιδιότητες της  µαστίχας ή των άλλων παραγώγων του σκίνου για  µια ευρεία γκάµα προϊόντων.  

Ουσιαστικά η πρώτη ολοκληρωµένη βιοµηχανικού τύπου εκµετάλλευση της  µαστίχας είναι το εργοστάσιο της Ε.Μ.Χ.,  το οποίο περιορίζεται στην παραγωγή τσίκλας, µαστιχελαίου και κολοφωνίου  µε πρωτόγονες για την βιοµηχανία µεθόδους ως τις τελευταίες δεκαετίες.

Σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο η ανάπτυξη,  ή ακριβέστερα η  µη ανάπτυξη, εξειδικευµένων προϊόντων και  µάλιστα σε άµεση σχέση  µε τον παραγωγό καθορίζει και τις  µορφές διαχείρισης του προϊόντος και των καλλιεργητών του. Η συγκέντρωση του πληθυσµού σε ορισµένο τόπο και η οργάνωση ενός σχετικά κλειστού δηµογραφικού συστήµατος για τους  µαστιχοπαραγωγούς είναι άρρηκτα δεµένο  µε την οργάνωση του κυκλώµατος, παραγωγής, διακίνησης και κατανάλωσης της µαστίχας. Βασικό στόχο των κυρίαρχων του νησιού αποτελούσε για αιώνες η συγκέντρωση των προϊόντων του σκίνου,  η αποκλειστική διάθεση του και η πρόσδεση των παραγωγών στην µαστιχοπαραγωγή.

Βασικός άξονας για τα παραπάνω είναι η διαµόρφωση και ο έλεγχος του χώρου – ιδιαίτερα του οικισµένου.  Μετά το τέλος της γενοβέζικης περιόδου που σχηµατικά µπορούµε να πούµε ότι χαρακτηρίζεται από φεουδαλικές δεσµεύσεις – έναν συνδυασµό διοικητικών και ποινικών περιορισµών – για τους καλλιεργητές και το προϊόν περνάµε  στην πρώτη οθωµανική περίοδο – µέχρι το 1839 -  στη διαχείριση  µέσω ενός ισορροπηµένου αλλά αυστρηρού προγράµµατος φορολογίας που επιβάλλεται σε σχέση µε τα  µαστιχόδενδρα και τα σπίτια του χωριού.  

Ο δηµοσιονοµικός έλεγχος των µαστιχοχωριών συνδυάζει υψηλή φορολογία σε είδος,  τη σύνδεση της κατοχής σκίνων αλλά και τη συµµετοχή στην κοινότητα του χωριού  µε την ανάληψη φορολογικών υποχρεώσεων σε µαστίχι και τέλος την σύνδεση της απόκτησης οικίας µε την υποχρέωση καταβολής φόρου µαστιχιού.

Τουλάχιστον από το τελευταίο τέταρτο του 17ου αιώνα ο κάθε κάτοχος σπιτιού στα Μαστιχοχώρια υποχρεώνονταν στην καταβολή ενός ποσού  µαστίχας για την εξυπηρέτηση της φορολογικής υποχρέωσης του χωριού. Η υποχρέωση για φόρο βάρυνε το ακίνητο και  µεταβιβάζονταν από τους γονείς στα παιδιά,  επιµερίζονταν ή µεταφέρονταν στους συζύγους.  Στη  µακρά διάρκεια  µπορούµε να πούµε ότι η φορολογική υποχρέωση αποτελεί τον πυρήνα της ταυτότητας των κατοίκων των χωριών
και µαστιχοπαραγωγών.

Η υποχρέωση καταβολής φόρου σε είδος από  µέρους των κατοίκων των χωριών της µαστίχας ακολουθεί ένα διαδεδοµένο πρότυπο για όλες τις ιδιαίτερες παραγωγικές οµάδες της αυτοκρατορίας αλλά στην περίπτωση του  µαστιχιού η  µοναδικότητα του προϊόντος δεν επιτρέπει τον εκχρηµατισµό της διακίνησης των πλεονασµάτων για την εξυπηρπέτηση της φορολογίας.  Αν αναλογιστούµε τους περιορισµούς στην παραγωγή και την ουσιαστική  µονοπώληση του προϊόντος από τον Εµίν του Μαστιχιού,  έναν επίτροπο του σουλτάνου ή του όποιου δικαιούχου του φόρου,  την αναγκαστική εκπώληση του στην Πύλη και την αποκοπή των χωριών από τη θάλασσα που εµπόδιζε το λαθρεµπόριο σχηµατίζεται µια εικόνα ασφυκτικής πίεσης για τους µαστιχάδες.

Σε αυτό το πλαίσιο δύσκολα θα  µπορούσε να αναπτυχθεί  µια τοπική κουλτούρα κατανάλωσης και χρήσης του  µαστιχιού, µιας που το  µαστίχι αποτελεί τον πολύτιµο µπαλαντέρ της τοπικής οικονοµίας που δεν θα έπρεπε να αναλωθεί σε σκοπούς ήσσονος σηµασίας. Το  µαστίχι υπήρχε ως συνδετικός κρίκος της οικονοµίας των χωριών  µε τις εξωτερικές οικονοµίες και διαπλέκονταν  µε κάθε πλευρά της επιβίωσης και της οικονοµίας των χωρικών.  Το  µαστίχι παράγονταν για να διατεθεί  µακράν της νότιας
Χίου.  Ιδιαίτερα  µέχρι το 18ο αιώνα οι ροές του  µαστιχιού κατευθύνονται κατ’  αρχήν προς την Χώρα της Χίου και βέβαια προς την Πόλη,  όπου  µπορεί να αναζητήσουµε  περισσότερο τα ίχνη  µιας πρώϊµης κουλτούρας κατανάλωσης από ότι στον τόπο παραγωγής. 
Από κει και πέρα το µαστίχι ταξιδεύει προς την ανατολή και τη δύση, αρχικά προς τις Ινδίες και την Ιταλία, αργότερα και προς την Αγγλία ή την Ολλανδία.

Η απελευθέρωση του  µαστιχιού από τους διοικητικούς και ποινικούς δεσµούς το 1839 δείχνει να αλλάζει τα χωριά της  µαστίχας.  Ο κλυδωνισµός του συστήµατος που έχει δηµιουργηθεί στην νότια Χίο θα έρθει σαν συνέπεια των σεισµών του 1881, οι οποίοι µε την καταστροφή που προκάλεσαν θα ανοίξουν περισσότερο στην αγορά τα χωριά της ανατολικής πλευράς και θα προκαλέσουν τις πρώτες αναζητήσεις για την αύξηση της αποδοτικότητας της οικονοµίας της  µαστίχας για τους παραγωγούς.  Η πιο κοντινή πρόσφορη αγορά είναι η Σµύρνη στην οποία απολήγουν οι γραµµές από πολλά εµπορικά
δίκτυα προς την Ανατολή και τη ∆ύση.  
Το παραδοσιακό κέντρο αναδιανοµής του µαστιχιού είναι η Πόλη, στην οποία βρίσκονται και οι πόλοι εξουσίας για το νησί  µέχρι τις δραστικές αλλαγές του 1912-1923 και τη διάλυση της αυτοκρατορίας, η Πύλη και το Πατριαρχείο.

Συµβολικά,  η χρησιµοποίηση του  µαστιχιού στην κουζίνα της Πύλης και στην παρασκευή του άγιου  µύρου το επενδύει  µε  µια σχεδόν  µυθική αίγλη,  ενώ η παρουσία του στην αγορά της Σµύρνης το εντάσσει σε πιο σύγχρονους  µηχανισµούς της αγοράς στο πλαίσιο της αποικιοποίησης της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας. Το δυστύχηµα είναι  ότι ενώ γνωρίζουµε τη διάδοση του ως  µπαχαρικό και τη χρήση του  µαστιχιού σε συνταγές φαρµάκων δεν έχουµε ακόµα ούτε καν αίσθηση των ροών του  µαστιχιού προς τους αποδέκτες φαρµακοποιούς, µυρεψούς κ.ο.κ. Φαίνεται πάντως ότι απουσιάζουν οι
µεγάλοι αποδέκτες που θα χρησιµοποιήσουν το προϊόν σε βιοµηχανικούς όγκους, εκτός ίσως από την περίπτωση της ποτοποιΐας.

Η  «Καταστροφή»  του ελληνισµού της Μικράς Ασίας και η απώλεια της αγοράς της απέναντι ακτής έρχεται σε  µια κρίσιµη συγκυρία που οριοθετείται από δυο εκατονταετηρίδες,  εκατό χρόνια από τις σφαγές της Χίου το 1922  και εκατό χρόνια απελευθερωµένης  µαστιχοπαραγωγής το 1939. Το αποτέλεσµα της απελευθέρωσης του µαστιχιού είναι να αφήσει έκθετους τους παραγωγούς στους  µηχανισµούς και τις διακυµάνσεις της αγοράς, κάτι που θα προετοιµάσει τη µεγάλη κρίση του Μεσοπολέµου που µπορεί να αναγνωσθεί ως η πρώτη µεγάλη κρίση που επέρχεται στην οικονοµία του
µαστιχιού εξαιτίας της πολιτικής συγκυρίας και  µιας δοµικής αλλαγής που χαρακτηρίζεται από την αναφαινόµενη αύξηση της σηµασίας της βιοµηχανικής επεξεργασίας και εκµετάλλευσης του προϊόντος.

Οικονοµικά και κοινωνικά αυτό συνεπάγεται την ολοκλήρωση της  µεταφοράς του ελέγχου από τον έλεγχο της παραγωγής και του παραγωγού στον έλεγχο  µέσω των µηχανισµών της αγοράς και  µε την ανάπτυξη ενός  µεταποιητικού τοµέα σε στενή συνάρτηση  µε τα δίκτυα διάθεσης του προϊόντος.  Η ανάγκη για χρήµα και οι διακυµάνσεις των τιµών λόγω των πιέσεων του εµπορίου οδηγούν στην επέκταση των µαστιχοκαλλιεργειών σε περιφερειακές εκτάσεις των χωριών και σε υπερπαραγωγή που
ανατροφοδοτεί το φαύλο κύκλο της κατρακύλας των τιµών και του περιορισµού του μαστιχοπαραγωγικού κόσµου στα κατώτερα στάδια της οικονοµίας του  µαστιχιού και εκτός της καταναλωτικής του κουλτούρας.  Ακόµα και η περιορισµένη χρήση του µαστιχιού στη ζαχαροπλαστική, τσουρέκια, κουλούρια, παγωτό αποτελεί χαρακτηριστικό της αστικής λαογραφίας της Σµύρνης και όχι της µαστιχοφόρου Χίου.

Η ίδρυση της ΕΜΧ το 1939 και αργότερα, το 1955, του εργοστασίου αλλάζει άρδην το χάρτη της οικονοµίας του  µαστιχιού γιατί παρεµβαίνει,  έστω και  µε τον αναγκαστικό κορπορατιστικό συνεταιτερισµό,  στην παραγωγή,  στη συγκέντρωση και διάθεση του προϊόντος και µε την ίδρυση του εργοστασίου, στην επεξεργασία, στο µάρκετινγκ, ακόµα και στην κυκλοφορία του χρήµατος ή στην αγορά εργασίας. 
Η ΕΜΧ κατά κάποιο τρόπο συνεχίζει την παράδοση των  «κοινοτικών»  θεσµών των  µαστιχοπαραγωγών συγκεντρώνοντας σε ένα σώµα κατά χωριό το σύνολο των κατόχων µαστιχοδένδρων και αναλαµβάνοντας να επιτελεί και µια τρόπον τινά προνοιακή λειτουργία για τα µέλη της. 

Η  µετάλλαξη της ΕΜΧ τα τελευταία χρόνια,  η άνθιση τοπικών επιχειρηµατικών προσπαθειών,  όπως τα mastic shop, mastic spa, Anemos  κ.α.,  η συνεργασίκα  µε µεγάλους οίκους και η ανάπτυξη νέων κοσµητικών και φαρµακευτικών προϊόντων οριοθετούν  µια νέα εποχή για την οικονοµία της  µαστίχας. 

Η νέα συγκυρία συνδυάζει την σύγχρονη τάση για εναλλακτικά και φυσικά θεραπευτικά προϊόντα  µε την ανάδυση εναλλακτικών τουριστικών προορισµών και  µε την πολτική στήριξη των ιδιαίτερων
προϊόντων από την ΕΕ. Στην προϊστορία αυτής της εξέλιξης θα µπορούσαµε µε δυσκολία να τοποθετήσουµε τις προσπάθειες του Μενδωνίδη και του Σόδη, για νέες χρήσεις της µαστίχας για την εποχή τους. Συµπερασµατικά όµως  µπορούµε να παρατηρήσουµε ότι µόνο την τελευταία δεκαετία στράφηκε η προσοχή των τοπικών φορέων στην ανάπτυξη προϊόντων αγοράς  µε βάση τη  µαστίχα και αποµακρύνθηκαν από τον κοινωνικό και πολιτικό έλεγχο των  µαστιχοπαραγωγών ως  µέθοδο διαχείρισης της οικονοµίας της µαστίχας.

Ας ξαναγυρίσουµε σε  µερικές διχοτοµίες σχετικά  µε την κουλτούρα της κατανάλωσης του  µαστιχιού, που παρά το ότι ποτέ δεν ανταποκρίνονται ολοκληρωτικά στην εµπειρία, µας προσφέρουν χρήσιµες αφετηρίες για σκέψη και αναστοχασµό. Σχηµατικά λοιπόν ο ρόλος του παραγωγού διαφοροποιείται εξ ολοκλήρου από αυτόν του καταναλωτή της µαστίχας,  σε αντίθεση  µε το διαδεδοµένο πρότυπο για τους καλλιεργητές τροφίµων προϊόντων,  τους αλιείς κλπ. Ακόµα και στις περιπτώσεις που κρατούν στο σπίτι  µικρή ποσότητα,  την καταναλώνουν στην ίδια  µορφή που την παραδίδουν και στους
διευθυντικούς θεσµούς ή στο εµπόριο.  
Αντίστοιχα οι καταναλωτές δεν έρχονται σε επαφή  µε τον κόσµο του παραγωγού, είτε γιατί αυτός είναι απόµακρος είτε, για  µεγάλες χρονικές περιόδους,  ακόµα και αυτή η επαφή είναι παράνοµη ή τουλάχιστον αντικανονική. 
Ο καταναλωτής δεν φτάνει στο προϊόν στο παζάρι ή στο χωράφι, ούτε το προµηθεύεται από τον παραγωγό του, εκτός από τις περιπτώσεις λαθρεµπορίας. Ο ρόλος του καταναλωτή λοιπόν προϋποθέτει την ύπαρξη αγοράς και αγοραίων  µηχανισµών που µεταφέρουν το προϊόν στους τόπους κατανάλωσης ή παρασκευής των διαφόρων υποπροϊόντων.

Ακόµα και η επαγγελµατική χρήση της µαστίχας, όταν ο παραγωγός κάποιων προϊόντων – όπως ο φαρµακοποιός – χρησιµοποιεί το  µαστίχι ή το  µαστιχέλαιο προς όφελος ενός πελάτη, αφορά κυρίως σε  µικρές ποσότητες  µε σχετικά χαµηλή σηµασία του  µαστιχιού απέναντι σε άλλα συστατικά. Σε ένα από τα σπάνια συνταγολόγια του 19ου αιώνα, από το φαρµακείο του Σπίνου,  γραµµένο γύρω στο 1850,  βρίσκουµε τη  µαστίχα να χρησιµοποιείται σε συνταγές καλλυντικών αφού θερµανθεί σε bain-marie.

«… δυο κούκουδα µαστίχα τα βάζετε εις ένα κιασεδάκι και βράζετε ένα τσουκάλι νερό και βάζετε το κεσεδάκι µέσα να λιώσουν και το τρίβετε και ρίπτετε  ολίγον ροδόσταµον µέσα»

Το  µαστίχι παρουσιάζεται στη συγκεκριµένη πηγή σε τρεις συνταγές, διατηρώντας την ίδια σπουδαιότητα για το φαρµακοποιό που έχει η αλόη ή εξωτικά συστατικά. Μπορούµε να υποθέσουµε ότι δεν αναπτύσσεται  µε βάση τη  µαστίχα  µια ιθαγενής συνταγολογία, ούτε στο επίπεδο της λαϊκής θεραπευτικής, ούτε ανάµεσα στους επιστήµονες ιατρούς και φαρµακοποιούς.

Ανάλογα θα λέγαµε ότι για αιώνες δεν αναπτύσσεται µια τοπική αγορά, οπωσδήποτε στα ίδια τα µαστιχοχώρια αλλά σε µεγάλο βαθµό και στη Χώρα. Η αγορά της µαστίχας είναι η αγορά των αποστάσεων που χρησιµοποιεί ως ενδιάµεσο κέντρο την Χώρα και σε δεύτερο επίπεδο ως κέντρα συγκέντρωσης και αναδιανοµής την Πόλη και τη Σµύρνη. Η ποτοποιία αποτελεί τη  µόνη εξαίρεση  µέχρι το Μεσοπόλεµο και αυτή θα πρέπει να ενταχθεί στην άνθιση µικρών τοπικών κέντρων βιοτεχνιών που προβαίνουν σε µια πρώτη επεξεργασία αγροτικών πρώτων υλών αλλά και εδώ ο προσανατολισµός της παραγωγής είναι το εξωτερικό ως προς το νησί εµπόριο. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι για το
σηµαντικότερο απόσταγµα της νότιας Χίου και ένα από τα πιο εύγευστα στην Ευρώπη, για τη σούµα, δε χρησιµοποιείται  µαστίχα. 

Όταν αναπτύσσεται  µια ιθαγενής χρήση της µαστίχας, στα ποτά, στα γλυκά κοκ αφορά κυρίως τη Χώρα και πιθανόν και σε αυτή την περίπτωση δεν αποτελεί παρά δάνειο από τα µεγάλα κέντρα της Ανατολής.

Όλα όσα αναφέραµε  µέχρι τώρα συγκροτούν  µια υπόθεση εργασίας που ξεκινά από µικρές εµεπιρικές – σχεδόν αυτοβιογραφικές – παρατηρήσεις για την απουσία ακόµα και σήµερα µιας κουλτούρας κατανάλωσης συνδεδεµένης µε τη µαστίχα, κάτι που είναι ξένο για όλα τα παραδείγµατα αγροτοκτηνοτροφικών κοινοτήτων στην Ελλάδα. 
Μελετώντας την ιστορία του προϊόντος στη  µακρά διάρκεια η απουσία αυτή εξηγείται από το καθεστώς ρύθµισης και περιορισµών που χαρακτηρίζει το προϊόν και τους καλλιεργητές του και από το χαρακτήρα της εµπορίας και της δηµιουργίας των παραγώγων προϊόντων της  µαστίχας. Το γεγονός ότι η  µαστίχα από τη φύση της και σχεδόν σε φυσική  µορφή προσφέρεται για εµπορική εκµετάλλευση απέκλεισε άλλες παραγωγικές επιλογές στον τόπο.

Η ίδια η δοµή της παραγωγής, της χρήσης και της κατανάλωσης της µαστίχας ευνόησαν τη διακίνηση της σε φυσική  µορφή και την αξιοποίηση της στους  µακρινούς τόπους κατανάλωσης. Το µόνο παραγωγικό παρεπόµενο για τη νότια Χίο είναι η δηµιουργία των γνωστών κεραµικών σκευών για το µαστίχι. Στην περίπτωση της µαστίχας η εξέλιξη των µέσων  µεταφοράς,  επεξεργασίας και διατήρησης και ο εκσυγχρονισµός των προτύπων κατανάλωσης  µε τη διάδοση των τυποποιηµένων έναντι των οικιακών ή εργαστηριακών προϊόντων κινητοποιεί σηµαντικές  µεταβολές στο οικονοµικό και κοινωνικό πεδίο.
Πρώτον δίνεται πια η δυνατότητα και νοµίζω ότι οι τοπικές εταιρείες την εκµεταλλεύονται για την ιθαγενή αξιοποίηση του προϊόντος και για την σύνδεση των βιοµηχανικών προϊόντων µε την τουριστική βιοµηχανία και την προβολή του νησιού. 

Η  µαστίχα συνδυάζοντας πια το φυσικό χαρακτήρα  µε τις υψηλής ποιότητας φαρµακευτικές και γαστρονοµικές χρήσεις  µπορεί να αποτελέσει παράγοντα προκοπής και ανάπτυξης της περιοχής που την παράγει.  Ακόµα  µπορεί να αποτελέσει ένα νέο στοιχείο τοπικής κουλτούρας και ταυτότητας εάν διαµορφωθεί  µια γενιά καταναλωτών που θα προτιµά σχεδόν από ένστικτο τα προϊόντα της  µαστίχας έναντι των άλλων.  
Η καλλιέργεια αυτής της τοπικής παραγωγικής και καταναλωτικής κουλτούρας παράλληλα µε την εξασφάλιση των παραγωγών  µπορεί να ανοίξει ένα εντελώς νέο κεφάλαιο στην ιστορία αυτού του  µοναδικού προϊόντος, που  -επιτρέψτε  µου την επιστηµονικά αδόκιµη πρόβλεψη – µπορεί να είναι η πιο φωτεινή για τους ίδιους τους κατοίκους και µαστιχοπαραγωγούς.

Βαρλάς Μιχάλης
Ιστορικός
'Ιδρυμα Μείζονος Ελληνισμού (2006)


Πηγή : http://www.iama.gr